Sto.Para.Pente.S01E04.dual.ass

984 moments · showing 120 · show all

0:00:04.98
η πίτσα (n) = the pizza
Ωραία είναι η πίτσα.
This pizza is great.
0:00:06.74
τρώω (v) = to eat [aorist: έφαγα]
Δεν έχεις ξαναφάει;
Haven't you eaten it before?
0:00:07.74
Όχι !!!
No!!!
0:00:08.86
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Αλλά έχω δει πού τρώνε
στις ταινίες
But I've seen them eat it in movies.
0:00:13.98
ανακαλύπτω (v) = to discover [aorist: ανακάλυψα]
Τι θα κάνουμε; το ότι
μας ανακάλυψαν,
What are we gonna do? The fact they found us—
0:00:15.42
το θέμα (n) = the issue
Σπύρος : είναι ένα θέμα
Spyros: is an issue.
0:00:16.54
ανακαλύπτω (v) = to discover [aorist: ανακάλυψα]
Ναι αλλά μάς ανακάλυψαν όλους.
Yeah, but they found *all* of us.
0:00:18.30
…η μόνο εσένα;
...just you?
0:00:19.50
πάω (v) = to go [aorist: πήγα]
Πόσες φορές έχεις πάει
στην Έλενα;
How many times have you gone to Elena's?
0:00:21.34
τρεις.
Three.
0:00:21.78
… την μία όλοι μαζί
...once, all of us together.
0:00:23.02
μία με τον Σπύρο
Once with Spyros.
0:00:23.82
ακολουθώ (v) = to follow [aorist: ακολούθησα]
και μία μόνη μου
πού με ακολούθησαν
And once alone, when they followed me.
0:00:25.18
Εγώ νομίζω ότι εμείς
οι τρεις…
I think we three...
0:00:27.74
ανησυχώ (v) = to worry
…δεν πρέπει να ανησυχούμε
...shouldn’t worry.
0:00:29.50
παίζομαι (v) = to be at stake [passive]
Για σένα παίζεται,
It’s about you.
0:00:31.30
πηγαίνω (v) = to go [aorist: πήγα]
Εσένα άστα να πάνε.
They’re after *you*.
0:00:33.06
πηγαίνω (v) = to go [aorist: πήγα]
Νομίζω ότι δεν πρέπει
να ξαναπάς
I think you shouldn’t go back
0:00:33.82
το σπίτι (n) = the house
στο σπίτι σου.
to your place.
0:00:34.62
μένω (v) = to stay [aorist: έμεινα]
Και που θα μείνω;
And where am I supposed to stay?
0:00:35.86
το πουλάκι (n) = the little bird [diminutive]
Τι να σού πω
πουλάκι μου.
What can I say, my little bird?
0:00:36.98
έρχομαι (v) = to come [imperative: έλα]
Θα σε ΄λεγα
να 'ρθεις σε 'μένα
I’d tell you to come to mine,
0:00:37.82
φιλοξενούμαι (v) = to be hosted [passive]
αλλά και εγώ
φιλοξενούμενη είμαι.
but I’m a guest there too.
0:00:39.14
μένω (v) = to stay [aorist: έμεινα]
Γιατί δεν μένεις εδώ
με τον Φώτη;
Why don’t you stay here with Fotis?
0:00:41.42
Χα Χα Χα !!!
[ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΓΕΛΙΑ]
Hahaha!!! [LAUGHTER]
0:00:43.14
αυτός (pron) = this [neuter: αυτό]
Τι ήταν αυτό;
What was that?
0:00:44.62
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Η βεράντα βλέπει σε θέατρο
και παίζεται μια επιθεώρηση…
The balcony overlooks a theater, and there's a revue playing...
0:00:46.54
Τι έργο;
What show?
0:00:48.06
πόρτα (n) = the door [η πόρτα]
Της Ν.Δ. την πόρτα όσο
θέλεις βρόντα κάτι τέτοιο.
[DOOR SLAMMING] The N.D. party’s door—knock as loud as you want, something like that.
0:00:50.51
υπόθεση (n) = the plot [η υπόθεση]
- Τι υπόθεση έχει;
- Αισθηματικό
- What's the plot?
- Romantic.
0:00:53.04
Τι υπόθεση να έχει;
επιθεώρηση σου λέει
What plot? It’s a revue, I’m telling you.
0:00:55.35
Α…
Ah...
0:00:56.91
καταλαβαίνω (v) = to understand [aorist: κατάλαβα]
Καλά όχι ότι
κατάλαβε τώρα…
Well, not like he got it now...
0:00:57.94
…αλλά τέλος πάντων.
...but anyway.
0:00:59.02
- Λες;
- Γιατί όχι;…
- You think?
- Why not?...
0:01:00.66
μένω (v) = to live/stay [aorist: έμεινα]
…εγώ έτσι και αλλιώς μόνος
μου μένω,
...I live alone anyway,
0:01:01.78
λογαριασμός (n) = the bill [ο λογαριασμός]
λογαριασμό δεν έχω να
δώσω σε κανένα
I don’t have to answer to anyone.
0:01:04.25
ρούχο (n) = the garment [το ρούχο]
Ναι αλλά δεν έχω τίποτα
δεν έχω ρούχα
Yeah, but I don’t have anything—I don’t have clothes,
0:01:05.73
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
και είναι και Κυριακή αύριο
πού να βρω να πάρω;
and tomorrow’s Sunday—where am I gonna find something to buy?
0:01:07.57
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
Θα σού φέρω εγώ από το σπίτι
I’ll bring you some from home.
0:01:09.59
Χα Χα Χα !!!
[ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΓΕΛΙΑ]
[LAUGHTER]
0:01:11.15
γίνομαι (v) = to happen/become [aorist: έγινα]
Τι έγινε πάλι;
What’s wrong now?
0:01:11.90
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
Το θέατρο μωρέ
σου λένε είναι
It’s the theater, man, I’m telling you.
0:01:13.95
γελάω (v) = to laugh [aorist: γέλασα]
Ναι αλλά γιατί γελάνε
όποτε μιλάω εγώ;
Yeah, but why do they laugh every time I talk?
0:01:15.57
Τυχαίνει
Coincidence.
0:01:16.93
μένω (v) = to live/stay [aorist: έμεινα]
Η Αγγέλα μένει εδώ.
Angela lives here.
0:01:18.70
αρχείο (n) = the archive [το αρχείο]
Τον σάκο με το αρχείο
του Σταυριανίδη…
The bag with Stavrianidis’s files...
0:01:20.52
μελετάω (v) = to study [aorist: μελέτησα]
.πού πήραμε από την Έλενα
αν θέλετε τον μελετάω εγώ
...that we got from Elena—I’ll go through it if you want.
0:01:22.71
μαθαίνω (v) = to learn [aorist: έμαθα]
Εγώ πάω στον Δράκουλα και
μαθαίνω…
I’m going to Dracula to find out...
0:01:24.57
σερβιτόρος (n) = the waiter [ο σερβιτόρος]
…από που βρήκε τούς
σερβιτόρους στην δεξίωση.
...where he got the waiters for the reception.
0:01:26.72
πηγαίνω (v) = to go [aorist: πήγα]
Τέλεια να πηγαίνουμε
γιατί αργήσαμε.
Perfect, let's go because we're late.
0:01:29.19
κάνω (v) = to cost/do [aorist: έκανα]
Πόσο έκαναν οι πίτσες;
How much were the pizzas?
0:01:30.15
πρώτος (adj) = first
βρε παιδιά πρώτη
φορά στο σπίτι μου τώρα…
Come on, guys, first time at my place now…
0:01:31.56
Όχι.Όχι.Όχι.
No. No. No.
0:01:34.78
πενήντα (num) = -
Πενήντα από δέκα
Fifty from ten.
0:01:40.84
είκοσι (num) = -
είκοσι έχω
I have twenty.
0:01:41.98
Έχω έλα
I’ve got, come on.
0:01:48.92
ευρώ (n) = euro
- Τι;
- Δέκα ευρώ
- What?
- Ten euros.
0:01:51.09
Α. δεν. έχω.
N-No, I don’t have it.
0:01:52.06
λεφτά (n) = money [plural]
Καλά μωρέ εσύ δεν έχεις ποτέ,
λεφτά πάνω σου;
Seriously, you never have money on you?
0:01:53.60
πληρώνω (v) = to pay [aorist: πλήρωσα]
'Όπου πάμε μία φορά
δεν έχεις πληρώσει
Everywhere we go once, you haven’t paid.
0:01:55.38
πλούσιος (adj) = rich
έτσι κάνω και εγώ την πλούσια
That’s how I play the rich girl.
0:01:57.45
μαζεύω (v) = to gather [aorist: μάζεψα]
δεν δίνω πουθενά τίποτα και
τα μαζεύω ,
I don’t pay anywhere, I save it all up,
0:01:58.75
μασούρι (n) = savings [colloquial]
και τα κάνω μασούρι.
and I stash it away.
0:01:59.71
φορά (n) = time (instance)
Εντάξει την άλλη φορά…
Alright, next time…
0:02:00.90
δουλεύω (v) = to work/deceive [aorist: δούλεψα]
Μην δεν είσαι πλούσια και
μάς δουλεύεις…
Don’t pretend you’re rich and mess with us…
0:02:02.06
ψιλός (adj) = small change [colloquial]
…ψιλό γαζί;
...for small change?
0:02:03.24
Όχι είμαι!!.
No, I am!!
0:02:04.29
Χα Χα Χα !!!
[ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΓΕΛΙΑ]
Ha ha ha!!! [LAUGHTER]
0:02:05.31
σκασμός (n) = damn it [colloquial]
Σκασμός !!!
Είμαι είπα.
Joking! I am, I said.
0:03:13.35
βγαίνω (v) = to come out [aorist: βγήκα]
Θα βγει τίποτα;
Is anything gonna happen?
0:03:15.29
βάζω (v) = to put [aorist: έβαλα]
μπορούμε να τα βάλουμε
εμείς μ 'αυτούς;
Can we set them up with these guys?
0:03:17.13
χτυπάω (v) = to knock [aorist: χτύπησα]
- Σπύρο !!!
- Ρε γιαγιά γιατί δεν χτυπάς;
- Spyro!!!
- Grandma, why don’t you knock?
0:03:19.35
- Γιατί τι κάνεις;
- Τίποτα
- Why, what are you doing?
- Nothing.
0:03:20.92
Ε…τότε τι να χτυπήσω;
Well… then what should I knock for?
0:03:22.43
η κασέτα (n) = the cassette
Σπυράκο ήρθαν οι κασέτες !!!
Spyrako, the tapes are here!!!
0:03:24.31
η κασέτα (n) = the cassette
Ποιες κασέτες;
Which tapes?
0:03:25.23
γαλλικός (adj) = French
Των Γαλλικών.
The French ones.
0:03:26.66
η δουλειά (n) = the job/work
Τι δουλειά έχετε εσείς
τώρα να μάθετε…
What business is it of yours to learn...
0:03:28.01
γαλλικός (adj) = French
…Γαλλικά.
...French now?
0:03:28.85
νοιάζομαι (v) = to care [+gen.]
Γιατί εσένα τώρα
τι σε νοιάζει;
Why do *you* care anyway?
0:03:29.91
Εγώ για σας το λέω
I’m saying it for your own good.
0:03:30.92
δύσκολος (adj) = difficult
στην ηλικία σας τώρα
θα είναι δύσκολο
At your age, it’ll be tough.
0:03:32.24
ενοχλώ (v) = to bother [aorist: ενόχλησα]
Αφού θέλουμε
ενοχλούμε κανένα;
If we want to, why bother anyone?
0:03:33.93
απλώς (adv) = simply
Όχι απλώς λέω.
No, I’m just saying.
0:03:35.27
λέω (v) = to say [imperative: μην πεις]
Να μην λες.
Then don’t say it.
0:03:35.66
βλέπω (v) = to see [future: θα δούμε]
Κι αν μπορούμε η όχι
θα το δούμε,
Whether we can or not, we’ll see—
0:03:36.99
μόνες μας.
on our own.
0:03:38.15
η ανάγκη (n) = the need
Δεν είναι ανάγκη να
μας το πεις εσύ
You don’t need to tell us.
0:03:39.13
προσπαθώ (v) = to try
Θα προσπαθήσουμε.
We’ll try.
0:03:41.05
καταφέρνω (v) = to manage [aorist: κατάφερα]
Αν δούμε ότι δεν
τα καταφέρνουμε,
If we see we can’t handle it,
0:03:42.91
σταματάω (v) = to stop
σταματάμε.
we’ll stop.
0:03:46.40
Μάλιστα.
Exactly.
0:04:00.76
Ωω.
[SIGH]
0:04:03.62
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθες]
Πότε ήρθες;
When did you get here?
0:04:04.77
Μόλις.
Just now.
0:04:05.51
ανοίγω (v) = to open [aorist: άνοιξε]
- Σου άνοιξε η Αγγέλα;
- Ναι.
- Did Angela let you in?
- Yes.
0:04:07.46
υπόσχομαι (v) = to promise [aorist: υποσχέθηκα]
Της έφερα τα ρούχα που
της υποσχέθηκα,
I brought her the clothes I promised—
0:04:08.59
δοκιμάζω (v) = to try (on)
Είναι μέσα τα δοκιμάζει.
they’re inside, she’s trying them on.
0:04:11.58
λείπω (v) = to be absent [present: λείπεις]
Ο σοφέρ σου δεν λέει
τίποτα, που λείπεις…
Your driver hasn’t said anything about you being gone?
0:04:13.04
η ώρα (n) = the hour
…τόσες ώρες,
από το σπίτι;
...you've been gone for hours?
0:04:14.48
ρωτάω (v) = to ask [aorist: ρώτησα]
Δεν ρωτάει που πας.
τι κάνεις;
He doesn’t ask where you go or what you do.
0:04:16.05
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
Του έχω πει να μην ρωτάει
και να μην λέει τίποτα
I told him not to ask or say anything
0:04:17.34
σε κανένα.
to anyone.
0:04:18.51
ζητάω (v) = to request [aorist: ζήτησα]
Και αφού του το ζήτησα
σαν χάρη,
And since I asked him as a favor,
0:04:19.41
κάνω (v) = to do/make [aorist: έκανα]
θα μου το κάνει.
he’ll do it.
0:04:20.39
αγαπάω (v) = to love [aorist: αγάπησα]
Με αγαπάει πολύ.
He loves me very much.
0:04:21.28
το προσωπικό (n) = the staff
Όλο το προσωπικό
με αγαπάει πολύ.
All the staff love me very much.
0:04:23.28
Ωραία.
Good.
0:04:24.55
ανοίγω (v) = to open [aorist: άνοιξα]
Επίσης του είπα αν
ανοίξει το στόμα του…
I also told him if he opens his mouth...
0:04:25.41
απολύω (v) = to fire [aorist: απέλυσα]
…θα τον απολύσω.
...I’ll fire him.
0:04:26.88
Σωστό κι αυτό.
That’s right too.
0:04:36.07
φοράω (v) = to wear [aorist: φόρεσα]
- Τι φόρεσες;
- Αυτά μου 'φερε
- What are you wearing?
- He brought me these.
0:04:38.61
πάω (v) = to suit/go [aorist: πήγα]
Σου πάει !!!
και είναι το νούμερο σου
It suits you!!! And it’s your size.
0:04:43.17
καταλαβαίνω (v) = to understand [aorist: κατάλαβα]
Ντάλια νομίζω ότι δεν
έχεις καταλάβει ακριβώς…
Dalia, I don’t think you quite understand...
0:04:46.39
το ρουχαλάκι (n) = the little outfit
…σου ζητήσαμε δυο
ρουχαλάκια για σήμερα,
...we asked for two casual outfits for today,
0:04:48.15
βολεύομαι (v) = to manage/get by [aorist: βολεύτηκα]
για να βολευτεί μέχρι να ανοίξουν,
just to get by until the shops open
0:04:49.53
ανοίγω (v) = to open [aorist: άνοιξα]
τα μαγαζιά αύριο.
tomorrow.
0:04:50.71
Ναι αλλά δυο ρουχαλάκια
Yes, but two casual outfits
0:04:52.84
η γειτονιά (n) = the neighborhood
για εδώ. το σπίτι ,την γειτονιά,
for here, the house, the neighborhood,

← Back to job · Download