Sto.Para.Pente.S01E03.dual.ass

862 moments · showing 862

0:00:01.84
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
Θα σας πω εγώ
τι κάνουμε λάθος.
I'll tell you what we're doing wrong.
0:00:04.11
ΖΟΥΜΠΟΥΛΙΑ: Ναι;
ZOUMBOULIA: Yeah?
0:00:05.00
ακούω (v) = to hear
Για πες; Γιατί αυτό θέλω
πολύ να το ακούσω.
Go on. I really want to hear this.
0:00:07.37
ΑΓΓΕΛΑ: Εγώ να δεις.
ANGELA: Let me tell you.
0:00:08.76
κλειδί (n) = the key
Ψάχνουμε τις κλειδαριές
να δούμε που μπαίνει το κλειδί…
We're looking for locks to see where the key fits...
0:00:12.27
λάθος (n) = the mistake
Μέγα λάθος.
Big mistake.
0:00:13.46
σχέση (n) = the relation
Το κλειδί μπορεί να μην
έχει καμία σχέση με το σπίτι.
The key might have nothing to do with the house.
0:00:15.50
αρχείο (n) = the file
Πρέπει να ψάξουμε τα χαρτιά του,
τα αρχεία του στο κομπιούτερ.
We should search his papers, his computer files.
0:00:18.69
ημερολόγιο (n) = the diary
Κάποιο ημερολόγιο που
μπορεί να κρατούσε.
Some diary he might have kept.
0:00:20.96
απειλώ (v) = to threaten
Μόνο έτσι θα μάθουμε
ποιοί τον απειλούσανε;
That’s the only way we’ll find out who was threatening him.
0:00:22.93
φοβάμαι (v) = to fear
Ποιούς φοβότανε.
Who he was afraid of.
0:00:24.40
σκοτώνω (v) = to kill
Και στη τελική,
ποιοί τον σκότωσαν.
And ultimately, who killed him.
0:00:30.32
ακούω (v) = to hear
Χμ, έτσι μπράβο. Και γρήγορα πριν
ακούσουμε κανά κλειδί στην πόρτα.
Good thinking. And quick, before we hear a key in the door.
0:00:34.90
[ΚΛΕΙΔΙ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΟΡΤΑ]
[KEY UNLOCKING DOOR]
0:00:40.49
φακός (n) = the flashlight
ΦΩΤΗΣ: Τους φακούς,
τους φακούς!
FOTIS: The flashlights, the flashlights!
0:00:46.10
ΦΩΤΗΣ: Πάνω, πάνω,
Ζουμπουλία!
FOTIS: Up, up, Zoumpoulia!
0:01:06.08
μπαίνω (v) = to enter [aorist: μπήκα]
Τόσο άγχος πια να μην
σε δουν να μπαίνεις.
All this stress just so no one sees you coming in.
0:01:09.38
Για σένα το κάνω.
I’m doing this for you.
0:01:11.00
γείτονας (n) = the neighbor
Τι θα πουν οι γείτονες;
What will the neighbors say?
0:01:12.39
πεθαίνω (v) = to die [aorist: πέθανε]
Ούτε δέκα μέρες δεν έχει
που πέθανε ο άντρας σου.
Your husband hasn’t even been dead ten days.
0:01:15.39
ανησυχώ (v) = to worry
Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για
μένα, ξέρω πολύ καλά τι κάνω.
Don’t worry about me, I know exactly what I’m doing.
0:02:10.34
κάνω (v) = to do
Τι κάνεις;
What are you doing?
0:02:12.93
Ψιτ. Τι γίνετε;
Psst. What’s going on?
0:02:14.23
Τι να γίνει;
What’s happening?
0:02:17.81
φεύγω (v) = to leave [aorist: έφυγα]
Φύγανε;
Are they gone?
0:02:18.96
το σαλόνι (n) = the living room
Μάλλον είναι στο σαλόνι.
They're probably in the living room.
0:02:20.61
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθα]
Σσσστ! Έρχονται!
Shh! They're coming!
0:02:22.33
[ΒΗΜΑΤΑ]
[FOOTSTEPS]
0:02:26.07
τα λεφτά (n) = the money [plural]
Αυτό που σου λέω εγώ,
τα λεφτά είναι λίγα.
What I'm telling you, the money's not enough.
0:02:28.42
ακριβώς (adv) = exactly
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Και αυτό ακριβώς θα τους πεις.
MINISTER: And that's exactly what you'll tell them.
0:02:30.35
[ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΠΟΡΤΑΣ]
[DOOR CLOSING]
0:02:31.29
η συζήτηση (n) = the discussion
Τέλος συζήτησης.
End of discussion.
0:02:33.86
η λέξη (n) = the word
ΜΠΡΑΒΟΣ:
Αυτή είναι η τελευταία σου λέξη;
BRAVOS: Is that your final word?
0:02:35.98
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Εντελώς.
MINISTER: Absolutely.
0:02:42.10
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθα]
Άλλωστε, δεν ήρθαμε εδώ
για να συζητήσουμε,
Besides, we didn't come here to talk,
0:02:46.16
μιλάω (v) = to speak [aorist: μίλησα]
το ξέρεις ότι αν δεν
μιλούσες τόσο πολύ…
you know if you didn't talk so much...
0:02:47.83
ερωτεύομαι (v) = to fall in love
…θα μπορούσα να σε
είχα ερωτευθεί!
...I could've fallen for you!
0:02:53.70
κάνω (v) = to do
Τι κάνουνε;
What are they doing?
0:02:55.80
ακούω (v) = to hear
Δεν ξέρω.
Ένα πλατς- πλατς ακούω!
I don't know. I hear a splish-splash!
0:02:59.01
η βρύση (n) = the tap
Στάζει καμιά βρύση;
Is a faucet dripping?
0:03:00.04
φιλιέμαι (v) = to kiss [passive]
Μήπως φιλιούνται;
Maybe they're kissing?
0:03:03.56
ντρέπομαι (v) = to be ashamed
Σαν δε ντρέπεται!
She's got no shame!
0:03:04.99
ο μακαρίτης (n) = the deceased
Στις εννιά του μακαρίτη,
άλλον έβαλε στο σπίτι!
At nine months since her husband passed, she brings another man home!
0:03:07.80
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Αχ!
MINISTER: Oh!
0:03:08.82
χτυπάω (v) = to hit [aorist: χτύπησα]
- Τώρα κάπου χτύπησε αυτή.
- Που;
- Now she bumped into something.
- Where?
0:03:11.11
Δεν ξέρω, κάπου
χτύπησε πάντως.
I don't know, but she bumped into something.
0:03:13.01
ΜΠΡΑΒΟΣ: Αχ!
BRAVOS: Oh!
0:03:14.25
Α, τώρα χτύπησε και αυτός.
Oh, now he bumped into something too.
0:03:16.20
κάνω (v) = to do
Τι χτύπησε, μαρή;
Αυτοί το κάνουνε!
What do you mean bumped, Mary? They're doing it!
0:03:19.18
πιο (adv) = more
Πιο;
Again?
0:03:20.00
πηδιέμαι (v) = to jump [passive]
Πηδιούνται!
They're jumping!
0:03:27.94
ΣΠΥΡΟΣ:
Εντάξει.
SPYROS: Okay.
0:03:29.56
κάνω (v) = to do/make
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Ναι! Τι μου κάνεις;
MINISTER: Yes! What are you doing to me?
0:03:32.07
πετάω (v) = to fly [aorist: πέταξα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Νομίζω ότι πετάω! Πετάω! Αααα!
MINISTER: I think I'm flying! I'm flying! Aaaah!
0:03:35.70
[ΧΤΥΠΟΣ ΚΙΝΗΤΟΥ]
[PHONE IMPACT]
0:03:37.12
σηκώνω (v) = to pick up
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Άστο, μη το σηκώσεις!
MINISTER: Leave it, don't pick it up!
0:03:38.50
χτυπάω (v) = to ring/hit [aorist: χτύπησα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Άστο να χτυπάει!
MINISTER: Let it ring!
0:03:42.35
χτυπάω (v) = to ring/hit
Το δικό μου χτυπάει!
Mine's ringing!
0:03:44.47
κλείνω (v) = to close/turn off
ΑΓΓΕΛΑ: Κλείσ’ το!
ANGELA: Turn it off!
0:03:46.11
πίσω (adj) = back
Δεν μπορώ, είναι στη
πίσω τσέπη του παντελονιού μου.
I can't, it's in my back pocket.
0:03:48.59
κάθομαι (v) = to sit [imperative: κάτσε]
ΦΩΤΗΣ: Κάτσε πάνω με φόρα
για να κλείσει.
FOTIS: Sit on it hard to turn it off.
0:03:54.84
κλείνω (v) = to close/turn off
Έκλεισε!
It's off!
0:03:58.82
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Ναι!
MINISTER: Yes!
0:03:59.75
ΓΙΑΓΙΑ:
Ναι;
GRANDMA: Yes?
0:04:00.60
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Ναι!
MINISTER: Yes!
0:04:01.38
ΓΙΑΓΙΑ:
Ναι;
GRANDMA: Yes?
0:04:02.00
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Ναι!
MINISTER: Yes!
0:04:02.65
ΓΙΑΓΙΑ:
Ναι;
GRANDMA: Yes?
0:04:03.30
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Ναι!
MINISTER: Yes!
0:04:03.95
γιαγιά (n) = grandmother
ΣΠΥΡΟΣ:
Η γιαγιά μου!
SPYROS: My grandma!
0:04:04.77
ΓΙΑΓΙΑ:
Σπύρο;
GRANDMA: Spyros?
0:04:05.45
απαντάω (v) = to answer [aorist: απάντησα]
- Δεν απαντάει;
- Το απάντησε!
- Didn't he answer?
- He answered!
0:04:07.65
μιλάω (v) = to speak [aorist: μίλησα]
Αλλά δεν μιλάει.
But he's not talking.
0:04:09.67
ακούγομαι (v) = to be heard [passive]
Κι ακούγεται και μια φασαρία!
And there's noise in the background!
0:04:11.39
ΓΙΑΓΙΑ:
Σπύρο!
GRANDMA: Spyros!
0:04:12.25
ανοιχτός (adj) = open
- Έχει μπει ανοιχτή ακρόαση!
- ΑΓΓΕΛΑ: Κλείσ’ το.
- There's an open audition going on!
- ANGELA: Turn it off.
0:04:14.89
ακούω (v) = to hear [imp. άκου]
ΓΙΑΓΙΑ:
Σπύρο παιδί μου δεν μ' ακούς;
GRANDMA: Spyro, my boy, aren't you listening to me?
0:04:16.39
ακούω (v) = to hear
Ακούς κάτι;
Do you hear anything?
0:04:18.38
κασέτα (n) = the cassette
Αυτή η κασέτα με τις γυμνές έχει
κολλήσει στο βίντεο παιδί μου…
This tape with the nudes is stuck in the VCR, my boy…
0:04:21.70
βγάζω (v) = to take out [aorist: έβγαλα]
…και δεν μπορούμε
να την βγάλουμε.
…and we can't get it out.
0:04:23.89
τσαλακώνομαι (v) = to crumple
Σαν να τσαλακώθηκε
και δεν βγαίνει!
It's like it's crumpled and won't come out!
0:04:26.44
πατάω (v) = to press [aorist: πάτησα]
- Εσύ που είσαι τώρα;
- Το Eject πατάμε, Σπύρο.
- Where are you now?
- We press Eject, Spyro.
0:04:30.55
ΘΕΟΠΟΥΛΑ: Ρώτα τον, το Eject
δεν πρέπει να πατάμε;
THEOPOULA: Ask him, shouldn't we press Eject?
0:04:33.36
ΓΙΑΓΙΑ: Ναι καλέ ξέρω,
το Eject πατάω.
GRANDMA: Yes, dear, I know, I'm pressing Eject.
0:04:35.00
παθαίνω (v) = to suffer [aorist: έπαθα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Τι έπαθες; Γιατί σταμάτησες;
MINISTER: What happened? Why did you stop?
0:04:36.90
ΜΠΡΑΒΟΣ:
Κάποιος μου--
BRAVOS: Someone—
0:04:37.60
ΓΙΑΓΙΑ:
Σπύρο!
GRANDMA: Spyro!
0:04:38.66
ΜΠΡΑΒΟΣ:
Να 'το!
BRAVOS: Here it is!
0:04:39.30
αφήνω (v) = to leave [aorist: άφησα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ: Όχι, έχω αφήσει
ανοιχτή την τηλεόραση μέσα!
MINISTER: No, I left the TV on inside!
0:04:42.05
συνεχίζω (v) = to continue
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Συνέχισε!
MINISTER: Continue!
0:04:43.23
σταματάω (v) = to stop [aorist: σταμάτησα]
ΜΠΡΑΒΟΣ:
Στάσου!
BRAVOS: Wait!
0:04:44.98
παίρνω (v) = to take [imp. πάρε]
- Που ήταν; Δεν ξέρω;
- Ξαναπάρε!
- Where was it? I don’t know?
- Try again!
0:04:48.00
μιλάω (v) = to speak [aorist: μίλησα]
Ε, τι να παίρνω,
αφού δεν μιλάει.
What am I supposed to try, if it’s not working?
0:04:50.23
Για να ξαναδούμε.
Let’s see again.
0:04:53.92
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Δεν μιλάει κανείς σου είπα…
MINISTER: I told you, no one’s speaking…
0:04:55.14
…συνέχισε, συνέχισε!
…keep going, keep going!
0:04:57.15
[ΒΟΓΓΗΤΑ]
[GROANING]
0:05:20.36
ντύνομαι (v) = to dress [aorist: ντύθηκα]
Γιατί ντύθηκες;
Why did you get dressed?
0:05:21.55
φεύγω (v) = to leave [aorist: έφυγα]
Θα φύγω.
I’m leaving.
0:05:23.24
μένω (v) = to stay [aorist: έμεινα]
Δεν μπορώ να μείνω απόψε εδώ.
I can’t stay here tonight.
0:05:25.28
μιλώ (v) = to speak
Να μιλήσουμε πρώτα.
Let's talk first.
0:05:27.80
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
Πρέπει να με φέρεις σε
επαφή μαζί τους.
You need to put me in touch with them.
0:05:30.44
μιλάω (v) = to talk [aorist: μίλησα]
Και όχι με αυτόν που μίλησα
την πρώτη φορά.
Not the one I spoke to the first time.
0:05:32.08
πάνω (adv) = above
Τον από πάνω.
The one above him.
0:05:33.23
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Αυτόν, δεν τον έχω
δει ούτε εγώ.
I haven't seen him either.
0:05:35.51
νοιάζω (v) = to care
Χα, δεν με νοιάζει
να το κανονίσεις.
Ha, I don't care if you arrange it.
0:05:37.65
παντρεύομαι (v) = to marry [aorist: παντρεύτηκα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Υποτίθεται παντρεύτηκα…
MINISTER: I was supposed to marry...
0:05:39.17
εξασφαλίζω (v) = to secure
…αυτόν που παντρεύτηκα για να
εξασφαλιστώ.
...the man I married to secure my position.
0:05:41.06
σκοτώνω (v) = to kill [aorist: σκότωσα]
Τώρα που μου τον σκοτώσατε…
Now that you've killed him...
0:05:42.44
εξασφαλίζω (v) = to secure
…εσείς είστε που
πρέπει να με εξασφαλίσετε.
...you're the ones who need to secure me.
0:05:44.84
λίγος (adj) = little [comp. λιγότερος]
ΜΠΡΑΒΟΣ:
Δεν πείρες και λίγα.
BRAVOS: You didn't suffer small losses.
0:05:46.18
κάνω (v) = to do [aorist: έκανα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Χμ, ναι αλλά δεν έκανα και λίγα.
MINISTER: Hmm, yes, but I didn't do little either.
0:05:48.00
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
Ότι μου ζητήσατε να βρω,
το βρήκα.
What you asked me to find, I found.
0:05:49.48
φταίω (v) = to be at fault
Δεν φταίω εγώ αν δεν φτάνουν.
It's not my fault if it's not enough.
0:05:51.93
σκοτώνω (v) = to kill [aorist: σκότωσα]
Άσε που το αρχικό σχέδιο δεν
έλεγε ότι θα τον σκοτώνατε.
Besides, the original plan didn't say you'd kill him.
0:05:54.48
στοιχείο (n) = the clue
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Τα στοιχεία που είχε στα χέρια του…
MINISTER: The evidence he had in his hands...
0:05:56.46
δίνω (v) = to give [aorist: έδωσα]
…θέλατε, και αυτά σας έδωσα.
...you wanted, and I gave it to you.
0:05:58.36
Όχι όλα.
Not all of it.
0:05:59.75
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Αυτά βρήκα.
MINISTER: That's all I found.
0:06:00.95
ψάχνω (v) = to search [aorist: έψαξα]
ΚΥΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ:
Πες του να ψάξει αυτός καλύτερα.
MINISTER: Tell him to look harder.
0:06:03.77
είμαι (v) = to be
Και επιτέλους εσύ με ποιόν είσαι;
Μ' εμένα είσαι ή μ' αυτούς;
And finally, whose side are you on? Mine or theirs?
0:06:06.93
ΜΠΡΑΒΟΣ: Μ' αυτούς!
BRAVOS: Theirs!
0:06:08.71
πληρώνω (v) = to pay [aorist: πλήρωσα]
ΜΠΡΑΒΟΣ: Αυτοί δεν με πληρώνουν;
BRAVOS: Aren't they the ones paying me?
0:06:11.39
δουλεύω (v) = to work
Γι' αυτούς δεν δουλεύω;
Don't I work for them?
0:06:12.40
κάνω (v) = to do [aorist: έκανα]
Τι κάνεις;
[GRUNTING] What are you doing?
0:06:13.57
η δουλειά (n) = the job
ΜΠΡΑΒΟΣ: Χμ, τι δουλειά μου.
MPRAVOS: Hmm, what's my job.
0:06:15.63
πληρώνω (v) = to pay [aorist: πλήρωσα]
Ως τώρα, με πλήρωναν
για να σε έχω από κοντά.
Until now, they paid me to keep you close.
0:06:18.74
στέλνω (v) = to send [aorist: έστειλα]
Τώρα με πληρώνουν για να σε
στείλω όσο πιο μακριά γίνεται.
Now they pay me to send you as far away as possible.
0:06:21.79
τρελαίνομαι (v) = to go crazy
Τρελάθηκες;
Have you lost your mind?
0:06:23.18
κάνω (v) = to do
Τι πας να κάνεις;
What are you going to do?
0:06:24.18
ΜΠΡΑΒΟΣ: Σου είπα.
MPRAVOS: I told you.
0:06:25.58
Τι δουλειά μου.
What my job is.
0:06:27.02
το όπλο (n) = the gun
Βασίλη, Βασίλη,
άσε κάτω το όπλο.
Vasilis, Vasilis, put the gun down.
0:06:29.26
- Όπλο;
- Ιιιιιιιι, ααααα!
- Gun?
- Aaaaaah!
0:06:32.16
[ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ]
[ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΖΑΜΙΟΥ]
[GUNSHOTS] [GLASS SHATTERING]
0:06:35.29
[ΠΑΛΗ]
[STRUGGLE]
0:06:41.94
ΜΠΡΑΒΟΣ: Αχ!
MPRAVOS: Ah!
0:06:55.16
ΜΠΡΑΒΟΣ: Αχ!
ΝΤΑΛΙΑ: Τώρα!
MPRAVOS: Ah! DALIA: Now!
0:07:02.63
Μπράβο, Ζουμπουλία!
Good job, Zoumpoulia!
0:07:04.39
βγαίνω (v) = to go out [aorist: βγήκα]
Ελάτε, βγείτε!
Μπράβο, Ζουμπουλία!
Come on, get out! Good job, Zoumpoulia!
0:07:06.06
γίνομαι (v) = to happen [aorist: έγινα]
Τι έγινε;
What happened?
0:07:06.100
πετυχαίνω (v) = to hit [aorist: πέτυχα]
Τον πετύχαμε, η Ζουμπουλία
τον πέτυχε, μπράβο Ζουμπουλία!
We got him, Zoumpoulia got him, good job Zoumpoulia!
0:07:09.84
κάνω (v) = to do
Ζουμπουλία, τι έκανες;
Zoumpoulia, what did you do?
0:07:11.08
χτυπάω (v) = to hit [aorist: χτύπησα]
Τον χτύπησε, παιδί μου,
στο κεφάλι από πίσω.
She hit him, dear, on the head from behind.
0:07:12.95
- Μπράβο, Ζουμπουλία!
- Σταμάτα μωρέ και 'συ.
- Good job, Zoumpoulia!
- Stop it, you too.
0:07:14.75
Μπράβο Ζουμπουλία και μπράβο
Ζουμπουλία λες και πήρα το Όσκαρ.
You keep saying 'good job Zoumpoulia' like I won an Oscar.
0:07:17.28
πεθαίνω (v) = to die [aorist: πέθανα]
Δείτε αν ζει ή
αν πέθανε.
Check if he's alive or dead.
0:07:19.86
κοιτάζω (v) = to look [aorist: κοίταξα]
Όχι, εσύ!
Εσύ κοίτα.
No, you! You look.
0:07:24.03
αναπνέω (v) = to breathe
Αναπνέει!
He's breathing!
0:07:25.11
Μπράβο, Ζουμπουλία!
Good job, Zoumpoulia!
0:07:26.58
σκοτώνω (v) = to kill
Που δεν τον σκότωσες, εννοώ.
I mean, you didn't kill him.
0:07:28.20
[ΜΗΧΑΝΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ]
[CAR ENGINE]
0:07:29.23
αυτό (n) = this [neut. nom./acc.]
Τι ήταν αυτό;
What was that?
0:07:30.05
γυναίκα (n) = the woman/wife
Η γυναίκα του Υπουργού
το 'σκασε!
The Minister's wife took off!
0:07:31.44
σκάω (v) = to escape [aorist: 'σκασε]
Δεν το σκάμε και εμείς,
σιγά-σιγά!
Let's not bolt either, nice and easy!
0:07:33.02
ψάχνω (v) = to search
Ε, να μην κάτσουμε λίγο
ακόμα να ψάξουμε;
Shouldn't we stay a bit longer and search?
0:07:34.74
τρελός (adj) = crazy
Είσαι τρελή;
Are you crazy?
0:07:35.91
ΜΠΡΑΒΟΣ: Ωχ!
BRAVOS: Oops!
0:07:36.98
πάω (v) = to go [aorist: πάμε]
ΌΛΟΙ: Πάμε!
EVERYONE: Let's go!
0:07:50.00
[ΓΑΒΓΙΣΜΑΤΑ]
[BARKING]
0:08:01.04
[ΜΗΧΑΝΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ]
[CAR ENGINE]
0:08:13.63
πρέπει (v) = must
Αυτό που λέω εγώ,
είναι ότι δεν πρέπει…
What I'm saying is, we shouldn't...
0:08:15.60
δυσκολία (n) = the difficulty
…να το βάλουμε κάτω με
την πρώτη δυσκολία.
...give up at the first sign of trouble.
0:08:17.98
άνθρωπος (n) = the man [gen. του ανθρώπου]
- Ο Μαγκάιβερ ήταν ένας άνθρωπος μόνος.
- Ποιός;
- MacGyver was a man alone.
- Who?
0:08:20.84
Ο Μαγκάιβερ.
Ήταν ένας άνθρωπος μόνος του.
MacGyver. He was a man on his own.
0:08:23.26
αποστολή (n) = the mission
Και παρ' όλα αυτά, έφερνε
εις πέρας κάθε αποστολή…
And yet, he completed every mission...
0:08:25.52
παρατάω (v) = to quit [aorist: παρέταξε]
…που του ανέθεταν, μόνο και μόνο
επειδή δεν τα παρατούσε ποτέ.
...they gave him, just because he never quit.
0:08:27.78
ανάποδος (adj) = upside down/reverse
Όσο ανάποδα κι αν του
ερχόντουσαν τα πράγματα.
No matter how bad things got.
0:08:30.50
Ποιός ήταν ο Μαγκαβέρ;
Who was MacGyver?
0:08:32.35
τηλεόραση (n) = the television
Ένα σίριαλ, παλιά
στην τηλεόραση.
An old TV series.
0:08:33.95
μιλάω (v) = to talk
Καλέ, είσαι ντιπ για ντιπ, μουρλό;
Για σίριαλ μιλάς τόση ώρα…
Are you serious right now? You're talking about a TV show...
0:08:37.34
…και κάθομαι εγώ και σε ακούω;
...and I'm sitting here listening to you?
0:08:38.53
σφαίρα (n) = the bullet
Καλέ, εδώ παραλίγο η σφαίρα
να μας έρθει εδώ στο δόξα Πατρί!
Man, that bullet nearly hit us right here, for God's sake!
0:08:40.84
γάλα (n) = the milk
Για δες, ο δικός σου έχει γάλα;
Hey, does yours have milk?
0:08:42.17
θέμα (n) = the subject/topic
Δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.
That's not the issue right now.
0:08:43.61
δικός (adj) = own [+gen.]
Πάντως τώρα ο δικός σου
δεν έχει σίγουρα.
But yours definitely doesn’t have any now.
0:08:46.08
παραλίγο (adv) = almost
Καλέ παραλίγο να μας σκοτώσουν,
το καταλαβαίνεται;
Come on, they nearly killed us, don’t you get it?
0:08:47.88
όποιος (pron) = whoever [used as adj here]
Αυτοί οι άνθρωποι,
όποιοι και να 'ναι…
These people, whoever they are…
0:08:50.19
σφαίρα (n) = bullet
…δεν το έχουν σε τίποτα να μας
φυτέψουν μια σφαίρα και άντε γεια.
…wouldn’t think twice about putting a bullet in us and goodbye.
0:08:53.63
γίνομαι (v) = to happen [aorist: έγινε]
Δεν είδατε τι έγινε με τη
γυναίκα του Υπουργού;
Didn’t you see what happened to the Minister’s wife?
0:08:55.70
βασιλεύω (v) = to reign
Τι έγινε;
Ζει και βασιλεύει.
What happened? She’s alive and well.
0:08:57.02
Σωστά!
Exactly!
0:08:58.95
γλιτώνω (v) = to escape
Η αλήθεια είναι ότι γλίτωσε,
δεν γλίτωσε;
The truth is she got away with it, didn’t she?
0:09:00.87
Γλίτωσε;
Got away with it?
0:09:01.88
ενωμένος (adj) = united
Γι' αυτό αν μείνουμε
έτσι όλοι μαζί ενωμένοι.
That’s why if we stay united like this, all together.
0:09:04.13
Αμ δεν ήμασταν ενωμένοι.
Δεν ήμασταν ενωμένοι.
Oh, we weren’t united. We weren’t united.
0:09:07.09
κακός (adj) = bad [neut. sg. το κακό]
Την ώρα που έγινε το κακό,
εγώ και αυτή ήμασταν μόνο!
When the trouble started, it was just me and her!
0:09:10.11
μίλα (v) = speak [imperative]
Μίλα, μαρή, και 'συ!
Speak up, Maria, you too!
0:09:11.00
Καλός είναι τώρα.
He’s fine now.
0:09:12.16
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθε]
Που λίγο πιο 'κει να καθόσουνα,
θα σου είχε έρθει η σφαίρα…
If you’d been sitting a bit further over, the bullet would’ve hit you…
0:09:15.03
κλαίω (v) = to cry
…και θα σε κλαίγαμε τώρα,
δεν το καταλαβαίνεις.
…and we’d be mourning you now, don’t you understand?
0:09:18.96
Δεν το καταλαβαίνει!
He doesn’t get it!
0:09:35.92
Το κατάλαβε.
He got it.
0:09:37.10
θετικός (adj) = positive
Ναι, αλλά γιατί δεν βλέπουμε τα
θετικά των όσων συνέβησαν σήμερα.
Yeah, but why don’t we look at the positives of what happened today?
0:09:39.85
Μπράβο, βρε!
Ωραία!
Well said! Good point!
0:09:42.04
Ποιά είναι τα θετικά των όσων
συνέβηκαν σήμερα;
What positives from what happened today?
0:09:44.19
αποκτώ (v) = to acquire
Κατά 'ρχήν, εσύ απέκτησες
ένα ωραιότατο βάζο για το σπίτι.
First of all, you got yourself a lovely vase for the house.
0:09:46.77
κρατάω (v) = to hold
Ε, τώρα κρατήστε με,
θα τη σκοτώσω!
Oh, hold me back, I’ll kill her!
0:09:48.04
ψυχραιμία (n) = calmness
ΣΠΥΡΟΣ:
Έλα, έλα, ψυχραιμία!
SPIROS: Come on, come on, stay calm!
0:09:49.01
πλάκα (n) = joke
Ούτε μία πλάκα δεν μπορούμε
να κάνουμε, δεν κατάλαβα;
Can’t we even make one joke? I don’t get it.
0:09:51.21
η στιγμή (n) = the moment
Μια στιγμή, μια στιγμή. Ας τα
πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Hold on, hold on. Let's take things from the start.
0:09:54.79
δολοφονώ (v) = to murder [aorist: δολοφόνησα]
Πρώτον, τώρα πια ξέρουμε ότι τον
Υπουργό όντως τον δολοφόνησαν.
First, we now know the Minister was indeed murdered.
0:09:58.37
ισχυρίζομαι (v) = to claim
Αυτό το λέω γιατί κάποιοι ισχυριζόταν
ότι έφαγε κάτι και τον πείραξε.
I say this because some claimed he ate something that upset him.
0:10:02.01
το κόλπο (n) = the trick
Δεύτερον, ξέρουμε επίσης ότι
η γυναίκα του Υπουργού είναι στο κόλπο!
Second, we also know the Minister’s wife is in on it!
0:10:05.39
σκοτώνω (v) = to kill [aorist: σκότωσα]
Και τρίτον, αυτοί που τον σκότωσαν
ψάχνουν για κάποια στοιχεία.
And third, his killers are searching for some evidence.
0:10:08.04
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
Επομένως, αν τα βρούμε
εμείς πρώτοι--
So, if we find it first—
0:10:09.29
ζωντανεύω (v) = to come alive
- Σταματήστε!
- Αχ, ζωντάνεψε, αυτή!
- Stop!
- [GASPS] Oh, she’s alive!
0:10:12.75
Έχει δίκιο η Ζουμπουλία.
Zoumpoulia’s right.
0:10:14.25
σκοτώνω (v) = to kill [aorist: σκότωσα]
- Πες τα ντε!
- Θα μας σκοτώσουν!
- Spit it out!
- They’ll kill us!
0:10:15.91
συγχωρεμένος (adj) = deceased
Το 'χε πει και ο συγχωρεμένος.
The late one said it too.
0:10:17.45
τρελός (adj) = crazy
Είναι τρελό αυτό
που κάνουμε.
What we’re doing is insane.
0:10:19.10
κυνηγάω (v) = to hunt [aorist: κυνήγησα]
Δεν ξέρουμε ποιους κυνηγάμε,
δεν ξέρουμε ποιους ψάχνουμε.
We don’t know who we’re hunting, we don’t know who we’re looking for.
0:10:22.05
ο εχθρός (n) = the enemy
Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο εχθρός μας και
ποιος είναι ο φίλος μας, σ' αυτή την ιστορία.
We don’t know who the enemy is or who the friend is in this story.
0:10:25.07
φρικτός (adj) = horrible
Το να χάσει κάποιος άδικα τη ζωή
του είναι πράγματι φρικτό.
It’s truly horrific for someone to lose their life unjustly.
0:10:28.08
ζω (v) = to live [aorist: έζησα]
Το ξέρω γιατί το έχω ζήσει.
I know because I’ve lived it.
0:10:30.27
κινδυνεύω (v) = to be in danger
Αλλά σήμερα κινδυνέψαμε
να χάσουμε και εμείς τη ζωή μας.
But today, we nearly lost our lives too.
0:10:33.46
νοιάζομαι (v) = to care
Όχι, ότι με νοιάζει και πολύ για
τη δική μου τέτοια που είναι.
Not that I care much about mine, the way it is.
0:10:37.87
σταματάω (v) = to stop [aorist: σταμάτησα]
Αλλά εγώ νομίζω
θα σταματήσω εδώ.
But I think I’ll stop here.
0:10:39.93
παρατάω (v) = to quit [aorist: παράτησα]
- Τι;
- Τα παρατάω.
- What?
- I’m quitting.
0:10:43.05
Αντίο.
Goodbye.
0:10:52.75
το σπίτι (n) = the house
Το σπίτι μου, προς τα που είναι;
Where’s my house?
0:10:54.77
πάω (v) = to go [aorist: πήγα]
ΣΠΥΡΟΣ: Θα σε πάμε εμείς.
0:10:56.82
Ευχαριστώ.
Thanks.
0:10:58.03
διαλύω (v) = to break up [aorist: διέλυσα]
Δηλαδή αυτό ήταν,
το διαλύουμε;
So that’s it, we’re breaking up?
0:10:59.93
Ναι.
Yes.
0:11:04.85
ακούω (v) = to listen
Ακούστε με προσοχή.
Listen carefully.
0:11:06.71
τηλεφωνώ (v) = to call [aorist: τηλεφώνησα]
Μου τηλεφώνησαν
από την Εύβοια,
I got a call from Evia,
0:11:08.40
ο ψαράς (n) = the fisherman
ένας ψαράς έπιασε ένα
σκυλόψαρο 4 μέτρα.
a fisherman caught a 4-meter dogfish.
0:11:10.26
αποκλειστικός (adj) = exclusive
Θα το παίξουμε πρώτο
θέμα και αποκλειστικό…
We’ll run it as the top story, exclusive…
0:11:11.89
…δεν το ξέρει κανείς άλλος.
…no one else knows about it.
0:11:12.80
ακούω (v) = to listen
Άκου να δεις τι θέλω.
Listen, here’s what I want.
0:11:13.91
προσέχω (v) = to pay attention
Θα ξεκινήσεις με μακρινό πλάνο της
παραλίας, πανοραμικό, με προσέχεις;
Start with a wide shot of the beach, panoramic—you with me?
0:11:17.26
Μάλιστα.
Got it.
0:11:18.38
η βουτιά (n) = the dive
Και μετά βουτιά της κάμερας με δύναμη
στη θάλασσα [ΧΡΑΑΑΠ].
Then plunge the camera hard into the sea. [SPLASH]
0:11:21.58
η λήψη (n) = the shot (camera)
Υποβρύχια λήψη και
κατάληξη στο στόμα του ψαριού.
Underwater shot, ending at the fish’s mouth.
0:11:25.35
αγκιστρώνω (v) = to hook
Σαν να βλέπουμε σε αναπαράσταση
πως αγκιστρώθηκε το ψάρι.
Like we’re seeing how the fish got hooked, reenacted.
0:11:27.70
Έτσι. [ΑΑΑΑ]
Like this. [GASP]
0:11:28.34
ανατριχιάζω (v) = to shudder
Πω, πω θείε!
Ανατρίχιασα.
Wow, uncle! I got chills.
0:11:30.56
καλύπτω (v) = to cover [aorist: κάλυψα]
Καταπληκτικό; Τώρα το σκέφτηκα.
Θες να το καλύψεις εσύ Φρίντα;
Brilliant, right? I just thought of it. Want to cover it, Frida?
0:11:33.98
ασχολούμαι (v) = to engage [with: με]
Αχ, θείε, δεν ξέρω αν θα 'κανε καλό
στην καριέρα μου να ασχοληθώ…
Oh, uncle, I don’t know if it’d be good for my career to do…
0:11:37.08
το ρεπορτάζ (n) = the report
…με ρεπορτάζ για ψάρια.
…a report on fish.
0:11:38.51
- Καλά, τότε θα πάει ο Φώτης.
- Θα το κάνω.
- Fine, then Fotis will go.
- I’ll do it.
0:11:40.15
Τέλεια!
Perfect!
0:11:41.01
ο γύρισμα (n) = the shoot (filming)
Πες μου τι χρειάζεσαι
γι' αυτό το γύρισμα;
Tell me what you need for this shoot.
0:11:43.32
ο γερανός (n) = the crane
Ένα ελικόπτερο, ένα βατραχάνθρωπο,
ένα γερανό--
A helicopter, a diver, a crane—
0:11:46.68
απλώνω (v) = to spread [aorist: άπλωσα]
Καλά, απλώστε το ψάρι στην
αμμουδιά και τράβα το έτσι ψόφιο.
Come on, just lay the fish on the sand and drag it like it’s dead.
0:11:50.26
Μισό λεπτό.
Hold on.
0:11:52.49
το πτώμα (n) = the corpse
Όπως θα 'μαι πάνω
το πτώμα του ψαριού.
Like I’m standing over the fish’s corpse.
0:11:54.86
ταιριάζω (v) = to match
Πιο τραγούδι ταιριάζει να πω.
What song should I sing?
0:11:57.96
- Καλημέρα αγόρι μου.
- Καλημέρα μπαμπά.
- Good morning, son.
- Good morning, Dad.
0:11:59.82
έχω (v) = to have
Τι έχεις;
Γιατί είσαι έτσι;
What's wrong? Why are you like this?
0:12:01.20
Τίποτα.
Nothing.
0:12:02.45
θέλω (v) = to want
Τίποτα;
Ή δεν θες να μου πεις;
Nothing? Or you don't want to tell me?
0:12:03.69
Και τα δύο.
Both.
0:12:05.63
πιστεύω (v) = to believe [aorist: πίστεψα]
Δεν πιστεύω να είσαι έτσι
για τα πλάνα από την δεξίωση;
You're not upset about the footage from the reception, are you?
0:12:08.13
δεξίωση (n) = reception
Ποιά δεξίωση;
What reception?
0:12:09.90
πηγαίνω (v) = to go [aorist: πήγα]
Αυτού που πήγες τις προάλλες.
The one you went to the other day.
0:12:11.56
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Είδα την κασέτα.
[TAPE PLAYING]
0:12:13.40
παίζω (v) = to play [aorist: έπαιξα]
Όντως δεν είναι για να παίξουνε,
είναι πολύ μακρινά.
Yeah, they can't use this. It's too far away.
0:12:15.59
κάνω (v) = to do/make [aorist: έκανα]
Αλλά αν πράγματι θέλεις να κάνεις
την εκπομπή με τα κοσμικά…
But if you really want to do the high-society show...
0:12:17.65
οργανώνω (v) = to organize [aorist: οργάνωσα]
…θα το οργανώσουμε σωστά.
...we'll organize it properly.
0:12:19.31
κάμερα (n) = camera
Θα πηγαίνεις με τον καμεραμάν,
με επαγγελματική κάμερα--
You'll go with a cameraman, professional equipment--
0:12:21.30
- Μπαμπά!
- Τι;
- Dad!
- What?
0:12:22.78
πλάνο (n) = shot/plan
Ποια πλάνα;
What footage?
0:12:46.95
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΡΙΑ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:
Ενοχλημένη φαίνεται η EBU από την…
NEWS ANCHOR: The EBU appears frustrated by the...
0:12:49.05
προετοιμασία (n) = preparation
…καθυστέρηση της προετοιμασίας
για τη διοργάνωση του διαγωνισμού…
...delays in preparing for the Eurovision Song Contest...
0:12:52.25
τραγούδι (n) = song
…τραγουδιού της Eurovision,
εκπρόσωποι της Σουηδικής τηλεόρασης…
...representatives from Swedish television...
0:12:56.15
προσφέρω (v) = to offer [aorist: πρόσφερα]
…καταφθάνουν στην Αθήνα αύριο
για να προσφέρουν τις γνώσεις…
...are arriving in Athens tomorrow to share their expertise...
0:12:59.05
ενισχύω (v) = to strengthen [aorist: ενίσχυσα]
και την εμπειρία τους προκειμένου
να ενισχύσουν τις προετοιμασίες.
...and help boost preparations.
0:13:02.30
"…and i wont forget it…"
"...and I won't forget it..."
0:13:04.41
- Κυρία Ντάλια;
- Αλέξη.
- Ms. Dalia?
- Alexis.
0:13:07.20
κάνω (v) = to do/make [aorist: έκανα]
Τι κάνετε;
How are you?
0:13:09.32
γνωστός (adj) = known
Τα γνωστά.
The usual.
0:13:10.79
βαρεμάρα (n) = boredom
Τηλεόραση και βαρεμάρα.
TV and boredom.
0:13:12.77
Αυτά δεν έκανα πάντα;
Isn't that what I always do?
0:13:14.22
βγαίνω (v) = to go out
Θα βγείτε απόψε;
Going out tonight?
0:13:18.18
- Όχι.
- Γιατί;
- No.
- Why?
0:13:20.69
πυροβολώ (v) = to shoot [aorist: πυροβόλησαν]
Γιατί μια φορά είπα και 'γω να βγω
και αρχίσανε να με πυροβολάνε.
Because the one time I said I’d go out, they started shooting at me.
0:13:24.44
χαλάω (v) = to ruin [aorist: χάλασε]
Βρήκα και εγώ μια διασκέδαση
και χάλασε ο κόσμος.
I found some fun for once, and the world fell apart.
0:13:26.83
πυροβολώ (v) = to shoot
Ποιός σας πυροβόλησε;
Who shot at you?
0:13:28.26
λέω (v) = to say
Τι είναι αυτά που λέτε;
What are you talking about?
0:13:29.16
δίνω (v) = to give [here: pay attention]
Αλέξη μου, μην δίνεις σημασία.
Alex, don’t pay attention to her.
0:13:30.99
βόλτα (n) = the walk
Πάντως να ξέρεις όσο βγήκα, βγήκα.
Τέρμα οι βόλτες.
But just so you know, when I did go out, I went out. No more outings.
0:13:33.92
μιλάω (v) = to speak
Μιλήστε μου κυρία Ντάλια.
Γιατί είστε έτσι;
Talk to me, Ms. Dalia. Why are you like this?
0:13:36.49
λέω (v) = to say
Τι να σου λέω τώρα,
είναι πολλά.
What can I say? There’s a lot going on.
0:13:39.12
λείπω (v) = to miss [here: μου λείπουν]
Μου λείπουν τα παιδιά, δεν πάνε
καλά και οι προετοιμασίες…
I miss the kids, things aren’t going well, and the preparations…
0:13:42.60
πηγαίνω (v) = to go [imperative: άστα]
…για τη Eurovision,
άστα να πάνε.
…for Eurovision are a mess.
0:13:44.79
καταλαβαίνω (v) = to understand
Δεν σας καταλαβαίνω;
I don’t understand you.
0:13:46.81
παίρνω (v) = to take [here: call]
- Με πείρε κανείς τηλέφωνο;
- Όχι.
- Did anyone call me?
- No.
0:13:51.36
παίρνω (v) = to take [here: call]
Ποιός θα με πάρει;
Who’s going to call me?
0:13:54.80
απομονώνομαι (v) = to isolate oneself
Αλέξη νομίζω ότι θα απομονωθώ
για ένα μικρό διάστημα.
Alex, I think I’ll isolate myself for a while.
0:13:57.99
κρατάω (v) = to last [aorist: κράτησε]
Την τελευταία φορά που το είπατε αυτό,
η απομόνωση κράτησε δύο χρόνια.
Last time you said that, the isolation lasted two years.
0:14:02.40
κόβω (v) = to cut [here: quit]
Και τώρα τόσο το κόβω.
And now I’m cutting it short.
0:14:09.72
[ΧΟ]
[LAUGHTER]
0:14:13.14
- Τι 'ναι αυτό;
- Πιο;
- What’s that?
- What?
0:14:15.17
παράθυρο (n) = the window
Το παράθυρο αυτό είναι
νοτιο-ανατολικό.
This window faces southeast.
0:14:17.88
φυτό (n) = the plant
Το φυτό εκεί που το έβαλες,
δεν κάνει καλό Feng Shui.
That plant where you put it—bad Feng Shui.
0:14:21.38
μετακινώ (v) = to move [aorist: μετακίνησες]
Να ρωτάς πριν μετακινήσεις
οτιδήποτε μέσα στο σπίτι.
Ask before moving anything in the house.
0:14:24.60
καταλαβαίνω (v) = to understand
- Κατάλαβες;
- Όχι.
- Understand?
- No.
0:14:26.76
παραξενεύω (v) = to surprise [here: would surprise]
Το αντίθετο θα
με παραξένευε.
I’d be surprised if you did.
0:14:29.60
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθα]
Σε λίγη ώρα έρχονται τα παιδιά,
θα αφήσουν το μωρό και μετά…
The kids will be here soon, they'll drop off the baby and then...
0:14:31.60
αεροδρόμιο (n) = airport
…θα τα πάω στο αεροδρόμιο.
...I'll take them to the airport.
0:14:33.72
δείχνω (v) = to show [aorist: έδειξα]
Έλα να σου δείξω το δωμάτιο σου,
είναι έτοιμο.
Come, let me show you your room, it's ready.
0:14:36.40
Μάλιστα.
Alright.
0:14:41.79
χθες (adv) = yesterday
Είναι έτοιμο από χθες αλλά
που να το δεις εσύ.
It's been ready since yesterday, but you weren't here to see it.
0:14:44.43
δίπλα (adv) = next to
Έλειπες όλη τη μέρα. Το δωμάτιο
του μωρού είναι ακριβώς δίπλα.
You were out all day. The baby's room is right next door.
0:14:48.43
ακούω (v) = to hear [aorist: άκουσα]
Από εδώ θα ακούς το μωρό, έχει και
αυτό ένα ίδιο στο δωμάτιο του.
From here, you'll hear the baby—there's an identical one in its room too.
0:14:52.44
κινητό (n) = mobile phone
Έχει το μωρό κινητό;
Does the baby have a mobile?
0:14:53.61
ενδοεπικοινωνία (n) = intercom
Δεν είναι κινητό,
ενδοεπικοινωνία, λέγετε.
It's not a mobile, it's an intercom, you see.
0:14:56.61
πρέπει (v) = must
Εγώ τι πρέπει να κάνω
για να το ακούω.
What do I need to do to hear it?
0:14:58.64
ησυχία (n) = silence
Ησυχία.
Quiet.
0:14:59.58
[ΚΟΥΔΟΥΝΙ]
[DOORBELL]
0:15:00.37
- Τα παιδιά.
- Να σου πω.
- The kids.
- Let me tell you something.
0:15:02.02
γλάστρα (n) = flowerpot
Αυτή η γλάστρα μπροστά στο
παράθυρο δεν ενοχλεί;
Does this plant in front of the window bother you?
0:15:04.37
στιγμή (n) = moment
Όχι, από τη στιγμή που είσαι εσύ
μέσα στο δωμάτιο…
No, as long as you're in the room...
0:15:06.60
καταστρέφω (v) = to destroy [aorist: κατάστρεψα]
…έχει καταστραφεί ήδη
το Feng Shui.
...the Feng Shui is already ruined.
0:15:14.37
καλώς (adv) = welcome
Καλώς τους.
Welcome.
0:15:15.62
Ήρθαμε και εμείς.
We made it too.
0:15:17.34
όμορφος (adj) = beautiful
Αχού τι όμορφο!
Oh, how lovely!
0:15:18.85
αφήνω (v) = to leave [aorist: άφησα]
Άφησε το κάπου, Λία.
Just put it down somewhere, Lia.
0:15:20.50
λουλούδι (n) = flower
Λες και της ‘φέραν λουλούδια.
As if they brought her flowers.
0:15:22.50
Είπες κάτι;
Did you say something?
0:15:23.97
Όχι καλέ, εγώ τι να πω εγώ;
No, dear, what would I say?
0:15:26.48
χαρά (n) = joy
- Πως είσαι μαμά;
- Μια χαρά!
- How are you, Mom?
- Just fine!
0:15:29.08
φανταστικός (adj) = fantastic
Μ' έφτιαξε η συμπεθέρα ένα δωμάτιο
με ένα Kung Fu, φανταστικό!
My daughter-in-law fixed me a room with a Kung Fu—fantastic!
0:15:33.93
το φενγκ σούι (n) = feng shui
- ΣΥΜΠΕΘΕΡΑ: Το Feng Shui λέει.
- ΚΟΡΗ: Ααα.
- MOTHER-IN-LAW: It's Feng Shui, it says.
- DAUGHTER: Ohhh.
0:15:35.58
κατεβαίνω (v) = to go down [aorist: κατέβηκα]
Λοιπόν είμαστε έτοιμοι,
να κατέβουμε;
So, are we ready to head down?
0:15:37.30
περιμένω (v) = to wait
Ναι, ναι, ο Αλέξανδρος περιμένει
κάτω στο αυτοκίνητο.
Yes, yes, Alexandros is waiting downstairs in the car.
0:15:39.29
βάζω (v) = to put [aorist: έβαλα]
Μισό λεπτάκι να βάλω
κάτι από επάνω και έρχομαι.
Just a sec, let me put something on and I'll be right there.
0:15:43.52
Μαμά;
Mom?
0:15:45.81
καταφέρνω (v) = to manage [aorist: κατάφερα]
Θα τα καταφέρεις;
You think you'll manage?
0:15:47.08
ανησυχώ (v) = to worry
Με τη Μαρινέλλα;
Άντε καλέ, μην ανησυχείς.
With Marinella? Come on, don't worry.
0:15:49.70
η βόλτα (n) = the walk
Θα τη φέρω εγώ βόλτα.
I'll take her out for a walk.
0:15:51.21
Τι θα λέμε δεν ξέρω.
What we'll say, I don't know.
0:15:52.30
το χωριό (n) = the village
Αν είναι μπορεί να έρθει και καμιά
φίλη σου απ' το χωριό να σε δει.
Maybe one of your friends from the village can come visit.
0:15:54.72
Εδώ;
Here?
0:15:56.14
ο δράκος (n) = the dragon
Να δει ο δράκουλας τη Φωφώ
και τη Βαγγελιώ εδώ,
[GASPS] Dracula seeing Fofó and Vangelió here—
0:15:58.35
παίρνω (v) = to take [aorist: πήρα]
θα τις πάρει με το δίκαννο.
he'd take them with his shotgun.
0:16:01.07
Εσύ, θα τα καταφέρεις;
You—will you manage?
0:16:03.62
φεύγω (v) = to leave [aorist: έφυγα]
Πως σου πάει η καρδιά
να τ' αφήσεις και να φύγεις;
How's your heart about leaving her and going?
0:16:06.36
ξένος (adj) = foreign/strange
Δεν τ' αφήνω σε ξένους.
Στη γιαγιά του, τ' αφήνω.
I'm not leaving her with strangers. I'm leaving her with her grandma.
0:16:09.41
μεγαλώνω (v) = to grow up
Καλά θα μεγαλώσει
χωρίς τη μάνα του.
She'll be fine growing up without her mother.
0:16:11.33
Και εγώ μεγάλωσα χωρίς
τον πατέρα μου.
I grew up without my father.
0:16:13.12
Και μάλιστα όχι για λίγο.
Για πάντα.
And not just for a little while. Forever.
0:16:15.87
Εσύ όμως είχες εμένα.
But you had me.
0:16:17.30
Που ήμουν και μάνα και
πατέρας μαζί.
Who was both mother and father.
0:16:19.54
Αλλά δεν είναι το ίδιο.
But it's not the same.
0:16:21.04
αγαπώ (v) = to love [aorist: αγάπησα]
Το μωρό θα μεγαλώσει και θα ξέρει
ότι οι γονείς του το αγαπάνε.
The baby will grow up knowing her parents love her.
0:16:24.22
γυρίζω (v) = to return [aorist: γύρισα]
Ότι σύντομα θα γυρίσουν πίσω.
That they'll be back soon.
0:16:26.26
πεθαίνω (v) = to die [aorist: πέθανα]
Εγώ ήξερα ότι ο πατέρας
μου πέθανε.
I knew my father had died.
0:16:28.58
μαθαίνω (v) = to learn [aorist: έμαθα]
Και δεν έμαθα και ποτέ το γιατί.
And I never even found out why.
0:16:34.91
παθαίνω (v) = to suffer [aorist: έπαθα]
Μαμά τι έπαθες;
Mom, what happened to you?
0:16:37.65
προσπαθώ (v) = to try
Προσπάθησα.
I tried.
0:16:39.19
κλαίω (v) = to cry
Μαμά τι κάνεις, κλαις;
Mom, what are you doing? Are you crying?
0:16:41.96
φτωχός (adj) = poor
Μια φτωχιά γυναίκα ήμουνα, τι να 'κανα;
Τους πήγα στα δικαστήρια αλλά…
I was just a poor woman, what could I do? I took them to court, but...
0:16:46.97
βγάζω (v) = to bring out [aorist: έβγαλα]
Εδώ άλλοι, μεγάλοι και τρανοί
και δεν βγάλαν άκρη…
Others, big and powerful, couldn’t get anywhere...
0:16:49.86
…εγώ τί να 'κανα;
...what could I do?
0:16:51.22
ρίχνω (v) = to throw [aorist: έριξα]
Αλίμονο, δεν σου
ρίχνω ευθύνες;
Oh dear, I’m not blaming you.
0:16:53.44
μπορώ (v) = to be able
Ότι μπορούσες να κάνεις έκανες.
You did what you could.
0:16:55.53
Αν μπορούσες κάτι παραπάνω
θα το 'χες κάνει.
If you could’ve done more, you would have.
0:16:57.67
φταίω (v) = to be at fault
- Είπα εγώ ότι φταις σε τίποτε;
- Όχι.
- Did I ever say you were to blame for anything?
- No.
0:17:00.56
καταλαβαίνω (v) = to understand [aorist: κατάλαβα]
Πως έγινε αυτό το πράγμα τώρα,
δεν μπορώ να καταλάβω;
How did this happen now? I just don’t understand.
0:17:03.60
έρχομαι (v) = to come [imperative: έλα]
Έλα εδώ.
Come here.
0:17:05.21
παθαίνω (v) = to suffer [aorist: έπαθα]
Τι έπαθες;
What’s wrong?
0:17:07.88
μένω (v) = to stay
Είναι που φεύγεις και
θα μείνω μόνη μου.
It’s just that you’re leaving, and I’ll be all alone.
0:17:10.38
Όλα καλά θα πάνε.
Everything will be fine.
0:17:12.12
φοβάμαι (v) = to fear
Εσύ δεν μου έχεις πει να
μην φοβάμαι ποτέ;
Haven’t you always told me not to be afraid?
0:17:14.50
Ε, όλα καλά θα πάνε.
Everything will be fine.
0:17:16.47
γυρίζω (v) = to return
Πότε θα πάω, πότε θα
γυρίσω πίσω απ' την Αμερική.
When will I go, when will I come back from America?
0:17:18.51
Ούτε που θα το καταλάβεις.
You won’t even notice.
0:17:20.52
Ναι.
Yes.
0:17:22.66
έτοιμος (adj) = ready
Έτοιμη.
Ready.
0:17:26.40
Τι είναι αυτό σογκούκο;
[SOBBING] What’s that?
0:17:31.93
φτιάχνω (v) = to fix/make [aorist: έφτιαξα]
Να 'σαι καλά συμπεθέρα, μ' έφτιαξες
και 'μένα το κέφι μια φορά.
Bless you, my dear, you’ve lifted my spirits for once.
0:17:40.16
καταλαβαίνω (v) = to understand [aorist: κατάλαβα]
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Τι δεν κατάλαβες;
DIRECTOR: What didn’t you understand?
0:17:41.63
καταλαβαίνω (v) = to understand
Αυτές είναι πόσες;
Δεν έχω καταλάβει.
How many are they? I don’t get it.
0:17:43.51
Πέντε αδερφές, η Αγκούστιας,
η Μαγκνταλένα,
Five sisters: Angustias, Magdalena,
0:17:45.80
η Μαρτίριο, η Αμέλια
και η Αντέλα.
Martirio, Amelia, and Adela.
0:17:48.10
ξένος (adj) = foreign
Στο ξένο έργο.
In the foreign play.
0:17:48.93
αρχαίος (adj) = ancient [neut. αρχαίο]
Ε, ναι. Στο δικό μας θα έχουν
αρχαίο- Ελληνικά ονόματα.
Yeah. In ours, they’ll have ancient Greek names.
0:17:51.22
οποίος (pronoun) = -
Τα οποία θα είναι;
Which will be?
0:17:52.18
σκέφτομαι (v) = to think [aorist: σκέφτηκα]
- Δεν έχω σκεφτεί ακόμα.
- Α, ωραία σε καλό δρόμο είμαστε.
- Haven’t thought of them yet.
- Oh, great—we’re off to a fine start.
0:17:55.70
θέλω (v) = to want
- Και θέλουν όλες τον Πίπι;
- Πέπε.
- And they all want Pipi?
- Pepe.
0:17:58.15
λέγομαι (v) = to be called [passive]
Πέπε Ρομάνο λέγετε,
Αγγέλα μου.
Pepe Romano, my dear Angela.
0:17:59.95
άνδρας (n) = the man [gen. του άνδρα]
Το ίδιο κάνει, άλλον άνδρα
δεν έχει αυτό το χωριό;
Same thing—isn’t there another man in this village?
0:18:02.50
ΗΘΟΠΟΙΟΣ: Έχει!
ACTOR: There is!
0:18:03.43
όμορφος (adj) = handsome [comp. ομορφότερος]
Αλλά αυτός είναι το όμορφο
παλικάρι του χωριού.
But he’s the village heartthrob.
0:18:05.79
σύμβολο (n) = the symbol
Εξάλλου, ο Πέπε Ρομάνο
είναι ένα σύμβολο.
Besides, Pepe Romano is a symbol.
0:18:08.06
Ακριβώς.
Exactly.
0:18:08.90
μαγικός (adj) = magical
Είναι ένα πλάσμα μαγικό, ονειρικό,
που μαγεύει τους πάντες με τη φωνή του.
He’s a magical, dreamy creature who enchants everyone with his voice.
0:18:12.90
κάνω (v) = to do/make [aorist: έκανα]
Κύριε, Αβραάμ;
Ποιός θα κάνει τον Πέπε;
Sir, Abraham? Who’s playing Pepe?
0:18:15.60
- Ο Γιώργος Νταλάρας.
- Τι είπες, Αγγέλα;
- Giorgos Dalaras.
- What did you say, Angela?
0:18:17.67
Τίποτα.
Nothing.
0:18:18.78
σηκώνομαι (v) = to get up [aorist: σηκώθηκα]
Θα σηκωθούμε να κάνουμε την
ρημαδο- πρόβα να παμέ σπίτια μας.
Let’s get up and do the rough rehearsal so we can go home.
0:18:21.10
Άντε, ε.
Come on, then.
0:18:22.08
Βεβαίως.
Of course.
0:18:24.36
αυτοσχεδιασμός (n) = the improvisation
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ: Θέλω να κάνετε,
έναν αυτοσχεδιασμό.
DIRECTOR: I want you to improvise.
0:18:27.16
ΑΓΓΕΛΑ:
Έ, ρε με τον αυτοσχεδιασμό πάλι.
ANGELA: Oh, improvisation again.
0:18:29.44
έργο (n) = the work [pl. έργα]
Θα το φέρεις χριστιανέ μου το
εργάκι να αρχίσουμε να παίζουμε.
Bring me the finished work, my friend, so we can start acting.
0:18:31.65
ολοκληρωμένος (adj) = complete
Δεν είναι ολοκληρωμένο.
It’s not complete yet.
0:18:33.02
αυτοσχεδιασμός (n) = improvisation
Μου φαίνεται και 'συ στο σπίτι σου
αυτοσχεδιασμούς κάνεις.
Seems like you improvise at home too.
0:18:35.46
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
Τι θέλεις να πεις;
What do you mean?
0:18:36.83
γράφω (v) = to write
Δεν γράφεις στ' αλήθεια.
You're not really writing.
0:18:38.27
συγκεντρώνομαι (v) = to gather
Λοιπόν, συγκεντρωθήτε.
Alright, gather around.
0:18:42.36
πουλί (n) = bird
Θέλω, να κάνετε, ότι
είσαστε πουλιά.
I want you to act like you're birds.
0:18:47.36
πετώ (v) = to fly
Τι πουλιά;
Που πετάνε;
What kind of birds? The flying kind?
0:18:49.60
Ναι.
Yes.
0:18:50.39
καλός (adj) = good [comp. καλύτερα]
Πάλι καλά.
Well, that's something.
0:18:51.26
έμφαση (n) = emphasis
Θέλω να δώσετε, ιδιαίτερη
έμφαση στα χέρια σας.
I want you to really emphasize your hands.
0:18:55.27
Θέλω να δω τα χέρια σας,
I want to see your hands
0:19:00.01
μεταμορφώνομαι (v) = to transform
να μεταμορφώνονται, σε φτερά.
transforming into wings.
0:19:15.86
Αγγέλα.
Angela.
0:19:17.10
Φώτη.
Fotis.
0:19:18.36
μπαίνω (v) = to enter [aorist: μπήκα]
Ποιός είστε κύριε;
Πως μπαίνετε έτσι μέσα;
Who are you, sir? How did you just walk in here?
0:19:20.05
πάπια (n) = duck
Να σου πω. Οι άλλες κάνουν τα πουλιά
κάνε και εσύ λιγό την πάπια…
Listen. The others are doing birds, you do the duck a little…
0:19:22.59
δουλειά (n) = work, job
…γιατί έχω δουλειά.
Μπράβο, αγόρι μου.
…because I’ve got work to do. Good job, kid.
0:19:25.94
παρατάω (v) = to abandon [aorist: παράτησα]
- Τι έγινε;
- Δεν πρέπει να τα παρατήσουμε.
- What happened?
- We shouldn’t give up on them.
0:19:29.29
δείχνω (v) = to show
- Έχω να σου δείξω κάτι.
- Τι;
- I have something to show you.
- What?
0:19:35.75
- Σπυράκο;
- Ναι.
- Spyrakos?
- Yeah.
0:19:37.99
μαθαίνω (v) = to learn
Η κυρα- Δέσποινα, απέναντι.
Μαθαίνει μπάουλιγκ.
Mrs. Despina across the street. She’s learning bowling.
0:19:41.22
μπούλινγκ (n) = bowling
Μπόουλινγκ!
[GASPS] Bowling!
0:19:42.39
Μπόουλινγκ.
Bowling.
0:19:45.43
συζήτηση (n) = conversation
Φαίνεται από την αρχή
η συζήτηση.
You can tell from the start how this conversation’s going.
0:19:47.44
Μπράβο στην κυρα-Δέσποινα.
Εμένα τι μου το λες;
Good for Mrs. Despina. Why are you telling me?
0:19:49.42
μαθαίνω (v) = to learn
Θες να μάθεις και 'συ;
You want to learn too?
0:19:50.55
καλός (adj) = good [voc. καλέ]
Όχι καλέ. Εγώ μπόουλινγκ;
Από που κι ως που;
No way. Me? Bowling? What are you talking about?
0:19:53.42
μαθαίνω (v) = to learn
Μήπως θέλει η Θεοπούλα;
Θεοπούλα θες να μάθεις μπόουλινγκ;
Maybe Theopoula wants to? Theopoula, do you want to learn bowling?
0:19:55.84
Όχι.
No.
0:19:57.40
θέλω (v) = to want
Ωραία. Ούτε εγώ θέλω. Άρα δεν
θέλει κανείς να μάθει μπόουλινγκ…
Great. I don’t want to either. So no one wants to learn bowling…
0:20:00.06
…και είμαστε εντάξει.
…and we’re all good.
0:20:03.20
- Η Βούλα--
- Η Πατουλίδου;
- Voula—
- Patoulidou?
0:20:05.65
γραμματέας (n) = secretary
- Η γραμματέας στα Κ.Α.Π.Η.
- Μάλιστα, τι έκανε;
- The secretary at the KAPI centers.
- Right, what did she do?
0:20:09.23
βρίσκω (v) = to find [subj. να βρούμε]
Να είπε ότι πρέπει να βρούμε,
ένα χόμπι να έχουμε.
[She] said we need to find a hobby to have.
0:20:12.46
Και 'γω;
And me?
0:20:13.78
Όχι, εγώ και η Θεοπούλα.
No, me and Theopoula.
0:20:15.22
βρίσκω (v) = to find [imper. βρείτε]
Να βρείτε.
To find one.
0:20:17.88
Στάσου, Σπυράκο;
Wait, Spyrakos?
0:20:19.42
λέω (v) = to say [imper. πες]
Να μου πεις αγόρι μου.
Tell me, son.
0:20:22.81
είμαι (v) = to be
Το τζα-τζα--
Το μπάτζι-τζάμπινγκ, τι είναι;
The ja-ja— Bungee jumping, what is it?
0:20:26.32
Σαν το γούντ-σέρφινγκ;
Like wood-surfing?
0:20:27.87
Πιο μπάτζι-τζάμπινγκ ρε γιαγιά και
πιο γούντ-σέρφ,
More bungee jumping, grandma, and more wood-surfing—
0:20:29.95
τρελαίνω (v) = to drive crazy
θα με τρελάνετε εντελώς;
are you trying to drive me crazy?
0:20:31.32
στεναχώρια (n) = sorrow
Έχω που έχω τις στεναχώριες μου.
On top of all my worries.
0:20:33.02
μαθαίνω (v) = to learn
Γιατί αγοράκι μου; Κακό είναι
να μάθουμε πέντε πράγματα;
Why, son? Is it bad to learn a few things?
0:20:35.67
κάθομαι (v) = to sit [pl. κάθονται]
Τι να μάθετε ρε γιαγιά; Όλες οι μεγάλες
γυναίκες κάθονται σπίτι τους…
What should you learn, grandma? All old ladies sit at home…
0:20:39.44
πλέκω (v) = to knit
…και κεντάνε, πλέκουνε,
βλέπουν τηλεόραση.
…knitting, crocheting, watching TV.
0:20:41.53
μεγάλος (adj) = big, old
Εμείς δεν είμαστε μεγάλες!
We’re not old!
0:20:43.23
[ΚΟΥΔΟΥΝΙ]
[DOORBELL]
0:20:43.95
Ποιός είναι πάλι;
Who is it now?
0:20:45.35
κασέτα (n) = cassette
ΘΕΟΠΟΥΛΑ:
Α, θα είναι οι κασέτες!
THEOPOULA: Oh, it must be the tapes!
0:20:46.50
η κασέτα (n) = the cassette
ΣΠΥΡΟΣ:
Ποιες κασέτες;
SPYROS: Which tapes?
0:20:47.50
παραγγέλνω (v) = to order [aorist: παρήγγειλα]
Παραγγείλαμε κασέτες.
Θα μάθουμε Γαλλικά με το κασετόφωνο!
We ordered tapes. We’ll learn French with the tape recorder!
0:20:51.53
συνεννοούμαι (v) = to communicate
Συνεννοούμαστε στα Ελληνικά
σ' αυτό το σπίτι…
We get by in Greek in this house…
0:20:53.10
πιάνω (v) = to grasp [aorist: έπιασα]
…θα πιάσουμε τα
Γαλλικά τώρα.
…we’ll pick up French now.
0:20:58.51
Καλησπέρα.
Good evening.
0:20:59.64
Καλησπέρα.
Good evening.
0:21:01.21
μιλάω (v) = to speak [aorist: μίλησα]
Πρέπει να μιλήσουμε.
We need to talk.
0:21:03.71
προσέχω (v) = to be careful
ΦΩΤΗΣ:
Πρόσεξε!
FOTIS: Watch out!
0:21:04.85
ΦΩΤΗΣ:
Αυτός εδώ είναι ο Σταυριανίδης.
FOTIS: This here is Stavrianidis.
0:21:06.42
- ΦΩΤΗΣ: Τον αναγνώρισες;
- ΣΠΥΡΟΣ: Ναι.
- FOTIS: Do you recognize him?
- SPYROS: Yes.
0:21:07.65
κοιτάζω (v) = to look [aorist: κοίταξα]
ΦΩΤΗΣ:
Κοίτα τώρα!
FOTIS: Look now!
0:21:08.67
ο σερβιτόρος (n) = the waiter
ΦΩΤΗΣ:
Έρχεται ο σερβιτόρος βιαστικά.
FOTIS: The waiter’s coming in a hurry.
0:21:11.01
άδειος (adj) = empty
ΦΩΤΗΣ:
Πρόσεξε το δίσκο του, είναι άδειος!
FOTIS: Watch his tray—it’s empty!
0:21:12.76
το ποτήρι (n) = the glass
- Έχει μόνο ένα ποτήρι πάνω!
- Σωστά.
- It’s only got one glass on it!
- Right.
0:21:15.55
το παστίτσιο (n) = the pastitsio
Να σας βάλω ένα κομμάτι
παστίτσιο που είναι νοστιμότατο!
Let me serve you a piece of pastitsio—it’s delicious!
0:21:17.88
η δουλειά (n) = the work
Γιαγιά όχι τώρα έχουμε δουλειά!
Πήγαινε.
Grandma, not now—we’re busy! Go away.
0:21:20.37
Καλά.
Fine.
0:21:22.85
Τι έλεγα;
What was I saying?
0:21:24.16
η δεξίωση (n) = the reception
Ότι ένας σερβιτόρος
σε μία δεξίωση…
That a waiter at a reception…
0:21:26.15
γεμάτος (adj) = full
…θα είχε ένα δίσκο γεμάτο ποτήρια
και θα σέρβιρε όλο το κόσμο.
…would have a tray full of glasses and serve everyone.
0:21:29.77
συγκεκριμένος (adj) = specific
Ενώ αυτός έχει μόνο
ένα ποτήρι πάνω…
But this one only has one glass on it…
0:21:32.63
πηγαίνω (v) = to go [aorist: πήγα]
…και πηγαίνει σ' ένα
συγκεκριμένο άτομο!
…and he’s going to a specific person!
0:21:34.15
Επομένως--
So—
0:21:35.03
το κέικ (n) = the cake
Κέικ πορτοκάλι, θέλει κανείς;
Εγώ το έφτιαξα.
[OFFERS CAKE] Orange cake, anyone? I made it.
0:21:37.27
Γιαγιά, δεν θέλουμε,
πήγαινε.
Grandma, we don’t want any—go away.
0:21:39.33
φτιάχνω (v) = to make [passive: φτιάχνεται]
Πως το φτιάχνεται
το κέικ πορτοκάλι;
How do you make orange cake?
0:21:40.95
πάω (v) = to go
Πας καλά;
You okay?
0:21:41.94
εκπομπή (n) = the show
Εκπομπή μαγειρικής έχω
στο κανάλι, να μην ρωτήσω;
I have a cooking show on my channel, thought I'd ask.
0:21:44.11
φωνάζω (v) = to call
Γιαγιά δεν θέλουμε,
άμα είναι θα σε φωνάξουμε εμείς.
Grandma, we don’t want any, we’ll call you if we do.
0:21:46.85
ΓΙΑΓΙΑ: Καλά.
GRANDMA: Fine.
0:21:50.45
δηλητηριάζω (v) = to poison
Άρα μπορεί να είναι
αυτός που τον δηλητηρίασε!
So it could be the one who poisoned him!
0:21:53.04
δηλητηριάζω (v) = to poison
Που τον βάλαν κάποιοι
άλλοι να τον δηλητηριάσει!
That someone else hired to poison him!
0:21:55.03
τραβώ (v) = to pull/draw [aorist: τράβηξα]
Προφανώς, καλά, εσύ πότε
τα τράβηξες όλα αυτά;
Obviously. When did you get all this?
0:21:57.57
στριμμένος (adj) = squeezed/cranky
Όσο μιλούσα στην υποδοχή
με μια στριμμένη που…
While I was talking to the receptionist, some uptight woman who...
0:21:59.50
κάμερα (n) = the camera
…δεν μ' άφησε να μπω μέσα, είχα
την κάμερα ανοιχτή και τραβούσε.
...wouldn’t let me in, I had the camera rolling.
0:22:02.45
παιδί (n) = the child
Σπύρο, τα παιδιά
αυτά ποιά είναι;
Spyros, who are these kids?
0:22:03.87
γίνομαι (v) = to become/happen
Τι θα γίνει ρε γιαγιά τώρα;
What’s gonna happen now, Grandma?
0:22:05.09
γιαγιά (n) = the grandmother
Εγώ είμαι η Σοφία,
η γιαγιά του Σπυράκου μου.
I’m Sophia, my Spyrakos’s grandma.
0:22:07.56
- Φώτης
- Χάρηκα.
- Fotis.
- Nice to meet you.
0:22:09.15
- Αγγέλα.
- Χάρηκα.
- Angela.
- Nice to meet you.
0:22:10.57
πηγαίνω (v) = to go
- Πήγαινε τώρα.
- Καλά.
- Go now.
- Fine.
0:22:17.78
Λοιπόν.
So.
0:22:18.79
δεξίωση (n) = the reception
Αφού τη δεξίωση την έκανε
η συμπεθέρα της Ζουμπουλίας--
Since Zoumpoulia’s co-mother-in-law handled the reception--
0:22:21.22
[ΧΤΥΠΟΣ ΠΟΡΤΑΣ]
[DOOR KNOCK]
0:22:22.00
Ναι καλά!
Yes, okay!
0:22:23.11
μαθαίνω (v) = to learn
Μπορούμε--
Can we--
0:22:23.80
[ΧΤΥΠΟΣ ΠΟΡΤΑΣ]
Περίμενε, περίμενε.
[DOOR KNOCK] Hold on, hold on.
0:22:25.51
αναλαμβάνω (v) = to undertake [aorist: ανέλαβε]
Μπορούμε να μάθουμε ποιό
catering ανέλαβε την οργάνωση…
We can find out which catering handled the event...
0:22:28.90
εντοπίζω (v) = to locate
…και έχοντας το πρόσωπο του,
να τον εντοπίσουμε.
...and with his face, track him down.
0:22:30.95
παρατάω (v) = to abandon [aorist: παράτησε]
Ναι αλλά το πρόβλημα είναι
ότι η Ζουμπουλία τα παράτησε.
Yeah, but the problem is Zoumpoulia bailed on us.
0:22:33.30
κάνω (v) = to do [aorist: έκανα]
Πρέπει να την κάνουμε
να γυρίσει πίσω…
We have to make her come back…
0:22:34.95
…και αυτή και τη Ντάλια.
…her and Dalia too.
0:22:43.39
Ότι τι;
Come again?
0:22:44.57
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθα]
Ήρθα για να μην είστε
μόνοι σας.
I came so you wouldn’t be alone.
0:22:48.83
ψηλός (adj) = tall
- Ψηλή κοπέλα φαίνεσαι εσύ.
- Φχαριστώ.
- You look like a tall girl.
- Thanks.
0:22:52.29
κοντός (adj) = short
Εμένα η νύφη μου είναι κοντή.
My sister-in-law is short.
0:22:54.79
δηλητηριάζω (v) = to poison
Σας είπε ο Σπύρος ότι
θέλει να με δηλητηριάσει;
Did Spyros tell you he wants to poison me?
0:22:57.47
αφήνω (v) = to leave/let [aorist: άφησα]
Δεν θα μας αφήσουν
σε ησυχία.
They won’t leave us in peace.
0:22:58.94
βγάζω (v) = to take out [aorist: έβγαλα]
Πάμε κάπου έξω.
Βγάλε την κασέτα.
Let’s go somewhere else. Take out the tape.
0:23:01.85
άτυχος (adj) = unlucky
ΦΡΙΝΤΑ: Και κάπως
έτσι το άτυχο σκυλόψαρο…
FRIDA: And somehow the unlucky dogfish…
0:23:04.35
ξεφεύγω (v) = to escape [aorist: ξέφυγα]
…ξέφυγε απ' το υπόλοιπο κοπάδι…
ΦΩΤΗΣ: Για μισό λεπτό.
…drifted away from the rest of the school… FOTIS: Hold on.
0:23:06.96
πιάνω (v) = to catch [aorist: έπιασα]
ΦΡΙΝΤΑ: …και πιάστηκε στα
δίχτυα του κυρ-Παναγιώτη.
FRIDA: …and got caught in Mr. Panagiotis’s nets.
0:23:10.61
Και ίσως εδώ να ταιριάζει και το…
And maybe here’s where this fits…
0:23:14.71
πιάνω (v) = to catch [aorist: έπιασα]
"Αν κάποτε στα βρόχια
του πιαστείς…"
"If you ever get tangled in his snares…"
0:23:18.14
ξαδέρφη (n) = cousin (f)
Ποιά είναι αυτή;
Who’s that?
0:23:20.05
Η ξαδέρφη μου.
My cousin.
0:23:20.80
βγάζω (v) = to take out [aorist: έβγαλα]
ΦΡΙΝΤΑ: "…κανείς δεν θα
μπορέσει να σε βγάλει…"
FRIDA: "…no one will be able to free you…"
0:23:22.40
κάνω (v) = to do
Και τι κάνει;
What does she do?
0:23:23.42
ψόφιος (adj) = dead (for animals)
Τραγουδάει πάνω από ένα
ψόφιο ψάρι!
She sings over a dead fish!
0:23:26.40
φωνή (n) = voice
Ωραία φωνή έχει όμως.
But she’s got a nice voice.
0:23:28.50
ψηλός (adj) = tall
Κι αυτή ψηλή κοπέλα φαίνεται.
She looks tall too.
0:23:32.09
πάω (v) = to go [aorist: πήγα]
Πάμε.
Let’s go.
0:23:33.37
τυχερός (adj) = lucky
"… κι αν είσαι τυχερός …"
"…and if you’re lucky…"
0:24:34.87
[ΜΗΧΑΝΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ]
[CAR ENGINE]
0:24:41.86
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Όπως σε βλέπω και με βλέπεις,
τη γυναίκα του Υπουργού…
As I see you and you see me, the Minister’s wife…
0:24:44.00
υπάρχω (v) = to exist [+possibility]
…δεν υπάρχει πιθανότητα
να την ανακαλύψουμε.
There's no chance we'll find her.
0:24:46.22
φεύγω (v) = to leave [aorist: έφυγε]
Μη σου πω ότι θα
έχει φύγει από τη χώρα τώρα.
I wouldn't be surprised if she's already left the country.
0:24:48.35
Λες, ε;
You think?
0:24:49.39
μπλέκω (v) = to get involved [aorist: έμπλεξα]
Να πάει στην αστυνομία
δεν μπορεί γιατί θα μπλέξει…
She can't go to the police because she'll get tangled up...
0:24:51.98
ξεκινάω (v) = to kill [aorist: ξεκίνησα]
…οι άλλοι θέλουν
να την ξεκάνουν.
...the others want her dead.
0:24:53.12
εξαφανίζομαι (v) = to disappear
Οπότε τι της μένει να κάνει;
Να εξαφανιστεί.
So what's left for her to do? Disappear.
0:24:55.36
Σωστά.
Exactly.
0:24:56.45
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
Αυτή ξεχάστε την,
πρέπει να βρούμε τον άλλον…
Forget about her, we need to find the other one...
0:24:58.15
δεξίωση (n) = reception
…από τη δεξίωση.
...from the reception.
0:24:59.68
ψήνω (v) = to grill [fig. interrogate]
Ναι αλλά πρώτα να ψήσουμε
τη Ντάλια και τη Ζουμπουλία…
Yes, but first let's grill Dalia and Zoumpoulia...
0:25:01.65
γυρίζω (v) = to return [aorist: γύρισα]
…να γυρίσουν πίσω.
...to get them back here.
0:25:02.99
- Από ποιά θα ξεκινήσουμε;
- Από τη Ντάλια.
- Who should we start with?
- With Dalia.
0:25:05.33
Η Ζουμπουλία
Zoumpoulia—
0:25:05.15
δύσκολος (adj) = difficult
Η Ζουμπουλία είναι
πιο δύσκολη.
Zoumpoulia is trickier.
0:25:06.68
χτυπάω (v) = to hit [+emotion]
Μη σου πω ότι τη Ντάλια έτσι και
τη χτυπήσουμε στο συναίσθημα…
If we hit Dalia in the feels...
0:25:08.92
σίγουρος (adj) = sure
…την έχουμε σίγουρη.
...we've got her for sure.
0:25:11.00
σκέφτομαι (v) = to think [aorist: σκέφτηκα]
Και έχω σκεφτεί κάτι!
And I've got an idea!
0:25:13.29
υπουργός (n) = minister
Το θέμα είναι αυτός στο
σπίτι του Υπουργού--
The thing is, the guy at the Minister's house—
0:25:14.95
γκόμενος (n) = boyfriend [colloq.]
Ποιός; Ο γκόμενος
της γυναίκας του;
Who? The wife's lover?
0:25:16.70
Ναι.
Yes.
0:25:17.92
καταλαβαίνω (v) = to understand
Αυτός δεν κατάλαβε ότι
κάποιος τον χτύπησε;
Didn't he realize someone attacked him?
0:25:20.40
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Άρα ξέρει ότι κάποιος
ήταν στο σπίτι.
So he knows someone was in the house.
0:25:22.35
Ναι, αλλά δεν μας είδε,
αυτό είναι το καλό…
Yeah, but he didn't see us—that's the good part...
0:25:25.05
…ότι εμείς του έχουμε δει
ενώ αυτοί όχι.
...that we've seen them, but they haven't seen us.
0:25:28.08
γλιτώνω (v) = to escape [aorist: γλίτωσα]
Είσαι τελείως ανίκανος;
Τι πάει να πει, τη γλίτωσε;
Are you completely useless? What do you mean, she got away?
0:25:31.10
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθες]
Και έρχεσαι και μου το λες τώρα,
μετά από δυο μέρες;
And you're telling me this now, after two days?
0:25:33.90
καλός (adj) = well [neut. adv.]
Δεν ήμουν καλά.
I wasn't well.
0:25:35.16
κρατάω (v) = to keep [aorist: κράτησαν]
Αναγκάστηκα να πάω στο
νοσοκομείο και με κράτησαν μέσα.
I had to go to the hospital, and they kept me there.
0:25:37.25
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρούμε]
Που θα τη βρούμε τώρα αυτή;
Θα έχει φύγει από τη χώρα.
Where are we going to find her now? She'll have left the country.
0:25:39.35
φοβισμένος (adj) = scared
Έτσι κι αλλιώς είναι τόσο φοβισμένη
που δεν πρόκειται να μιλήσει.
Either way, she's so scared she won't talk.
0:25:42.35
χτυπάω (v) = to hit [aorist: χτύπησαν]
Και τι πάει να πει σε χτύπησαν;
What do you mean, 'they hit you'?
0:25:44.34
άλλος (adj) = other
Με χτύπησαν. Ήταν και
κάποιοι άλλοι στο δωμάτιο.
[SOUND OF HITTING] There were others in the room too.
0:25:47.67
Τους είδες;
Did you see them?
0:25:49.40
Όχι.
No.
0:25:50.81
φωνάζω (v) = to shout
Άκουσα μια γυναίκα να
φωνάζει: Τώρα.
I heard a woman shout: Now.
0:25:53.93
θυμάμαι (v) = to remember
Μετά δεν θυμάμαι τίποτα.
After that, I don't remember anything.
0:25:55.75
ακούω (v) = to hear
Τι μπορεί να άκουσε
αυτή η γυναίκα;
What could this woman have heard?
0:25:57.37
Όχι πολλά.
Not much.
0:25:58.100
κόλπος (n) = gulf, bay
Αόριστα πράγματα.
Ότι η γυναίκα του Σταυριανίδη…
Vague things. That Stavrianidis' wife...
0:26:01.45
δολοφονία (n) = murder
…ήταν στο κόλπο και ότι
ο θάνατος του ήταν δολοφονία.
...was in on it, and that his death was murder.
0:26:03.44
φταίω (v) = to be at fault
- Α, ψιλοπράγματα.
- Δεν φταίω εγώ.
- Oh, trivial stuff.
- It's not my fault.
0:26:05.36
Πως να ξέρω ότι κάποιος
ήταν στο δωμάτιο.
How was I supposed to know someone was in the room?
0:26:08.25
πεπεισμένος (adj) = convinced
Εν κατακλείδι είναι απολύτως
πεπεισμένη ότι η συνεργασία…
In conclusion, she's absolutely convinced that the collaboration...
0:26:11.00
συνεργασία (n) = cooperation
…των εταιριών μας θα
συνεχιστεί και την επόμενη--
...between our companies will continue next--
0:26:13.69
επιτυχία (n) = success
χρονιά, με ακόμα
μεγαλύτερη επιτυχία.
year, with even greater success.
0:26:16.70
Η πρόεδρος του Ομίλου
HG Co. Ντάλια Χατζηαλεξάνδρου.
HG Co. Group President, Dalia Hadjialexandrou.
0:26:20.74
καλός (adj) = good
Καλό είναι, ε;
That's good, right?
0:26:22.82
Ε;
Huh?
0:26:23.68
χάνω (v) = to waste [imperf. χάνετε]
Χάνετε που χάνετε το χρόνο σας,
τουλάχιστον να μπαίνανε;
If you're wasting your time, at least let them in.
0:26:28.10
στέλνω (v) = to send
Να το στείλω;
Should I send it?
0:26:29.45
Που;
Where?
0:26:30.34
γράφω (v) = to write
Εγώ τα γράφω, εγώ τα διαβάζω,
εγώ τα ακούω!
I write them, I read them, I hear them!
0:26:32.24
υπογράφω (v) = to sign [aorist: υπέγραψα]
Αχ, να τα υπέγραφες κιόλας!
Oh, if only you'd sign them too!
0:26:37.32
[ΧΤΥΠΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ]
[PHONE RINGING]
0:26:38.00
το παιδί (n) = the child
Για μένα είναι, για μένα είναι!
Τα παιδιά, τα παιδιά!
It's for me, it's for me! The kids, the kids!
0:26:39.95
σηκώνω (v) = to lift [aorist: σήκωσα]
Σήκωσε το, σήκωσε το!
Answer it, answer it!
0:26:45.68
Παρακαλώ.
Hello?
0:26:46.40
ποιος (adj) = who
Ποιός είναι;
Who is it?
0:26:47.54
ο φρουρός (n) = the guard
- Ο φρουρός από τη πύλη.
- Άστο καλό, τι θέλει;
- The guard from the gate.
- Leave it, what does he want?
0:26:50.72
μιλάω (v) = to speak [aorist: μίλησα]
Ναι, είναι ένας Φώτης και ένας Σπύρος
και θέλουν να σας μιλήσουν.
Yes, there's a Fotis and a Spyros who want to speak to you.
0:26:54.31
περνώ (v) = to pass [aorist: πέρασα]
Να περάσουν!
Let them in!
0:26:55.70
Ή μάλλον όχι.
Να μην περάσουν.
Or rather, no. Don’t let them in.
0:26:57.73
Ή μάλλον όχι, να περάσουν,
να περάσουν.
Or rather, no—let them in, let them in.
0:26:59.50
Να περάσουν!
Let them in!
0:27:01.00
η δουλειά (n) = the work
Μα έχουμε τόση δουλειά εδώ.
But we have so much work here.
0:27:02.09
επείγων (adj) = urgent [fem: επείγουσα]
Δεν πειράζει, θα τα κάνουμε άλλη
ώρα, τι είναι επείγοντα;
Never mind, we’ll do it later. What’s so urgent?
0:27:03.84
ευχετήριος (adj) = congratulatory
Όχι, κάτι ευχετήριες επιστολές
για το νέο χρόνο.
No, just some New Year’s greeting letters.
0:27:06.48
τρελός (adj) = crazy
Είσαι τρελός;
Από τώρα;
Are you crazy? Already?
0:27:08.55
το καλοκαίρι (n) = the summer
Καλοκαίρι έχουμε!
It’s summer!
0:27:09.89
ο χρόνος (n) = the time [gen. του χρόνου]
Ε, είπα έχουμε λίγο ελεύθερο
χρόνο, να μην πάει χαμένος.
Well, I thought we had some free time—better not waste it.
0:27:12.51
βλέπω (v) = to see [aorist: είδα]
Μη χειρότερα, γι΄ αυτό δεν είδα
"Απαγορευμένη Αγάπη".
No wonder I never saw *Forbidden Love*.
0:27:15.47
ντύνω (v) = to dress [aorist: έντυσα]
Πάλι καλά που δεν με έντυσες
κι Άγιο Βασίλη.
Lucky you didn’t dress me up as Santa too.
0:27:17.15
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
Άντε, άντε, πήγαινε τώρα
κι αυτά θα μου τα φέρεις…
Go on, go—now, and you’ll bring these back to me…
0:27:20.08
…το Δεκέμβριο πάλι, ε;
…in December again, right?
0:27:21.22
νομίζω (v) = to think [aorist: νόμισα]
- Όπως νομίζετε;
- Άντε.
- As you wish?
- Go on.
0:27:22.99
παίρνω (v) = to take
ΝΤΑΛΙΑ:
Πάρε κι αυτό.
NTALIA: Take this too.
0:27:24.72
ευχαριστώ (v) = to thank
ΑΛΕΞΗΣ:
Ευχαριστώ.
ALEXIS: Thanks.
0:27:26.62
Πάσχα (n) = Easter
Και καλό Πάσχα!
Γεια.
And happy Easter! Bye.
0:27:29.78
έρχομαι (v) = to come [imp. έλα]
- Κυρία Ντάλια;
- Έλα, έλα.
- Ms. Dalia?
- Come in, come in.
0:27:41.88
Γεια σας!
Hello!
0:27:43.88
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΦΩΤΗΣ:
Γεια!
SPIROS AND FOTIS: Hi!
0:27:45.55
περνάω (v) = to pass [imp. περάστε]
Περάστε.
Come on in.
0:28:01.85
Περάστε.
Go ahead.
0:28:17.85
κοιτάζω (v) = to look
ΝΤΑΛΙΑ:
Γιατί κοιτάτε το ταβάνι;
NTALIA: Why are you looking at the ceiling?
0:28:20.98
βλέπω (v) = to see
ΣΠΥΡΟΣ:
Βλέπουμε το σπίτι.
SPIROS: We're checking out the house.
0:28:23.39
ταβάνι (n) = ceiling
Α. Ε, έχει ταβάνι παντού,
τι το κοιτάτε;
A: Yeah, it's got ceilings everywhere. What are you staring at?
0:28:26.36
στάδιο (n) = stadium
Σπίτι είναι, δεν είναι στάδιο.
It's a house, not a stadium.
0:28:28.02
μέγεθος (n) = size
Στο μέγεθος μοιάζουν λίγο!
Size-wise, they’re a bit similar!
0:28:30.37
κάθομαι (v) = to sit [imp. καθίστε]
Ελάτε, καθίστε.
Come on, have a seat.
0:28:54.69
έρχομαι (v) = to come [aorist: ήρθατε]
ΝΤΑΛΙΑ:
Πολύ χάρηκα που ήρθατε.
NTALIA: So glad you came.
0:28:57.41
κέικ (n) = cake
Πάρτε λίγο κέικ.
Τώρα μου το 'φερε ο Αλέξης.
Have some cake. Alexis just brought it.
0:29:00.55
βάζω (v) = to put [aorist: έβαλε]
Α, άσε καλύτερα, μπορεί
να έχει βάλει φλουρί μέσα αυτός!
A: Better not—he might’ve put a coin in it!
0:29:04.50
Λοιπόν; Πως από εδώ;
So? How come here?
0:29:06.89
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
Σου φέραμε ένα δώρο.
We brought you a gift.
0:29:09.08
Χριστουγεννιάτικος (adj) = Christmas
Τι;
Χριστουγεννιάτικο;
What? A Christmas one?
0:29:10.94
Ε όχι και Χριστουγεννιάτικο,
από τώρα;
No, not a Christmas one—this early!
0:29:12.85
Μην το λες.
Don’t say that.
0:29:14.57
πρέπει (v) = must
Πάντως παιδιά δεν έπρεπε.
Γιατί; Τι είναι;
Guys, you really shouldn’t have. Why? What is it?
0:29:18.22
μπλούζα (n) = blouse
Ε, είναι μια μπλούζα.
Well, it’s a shirt.
0:29:20.95
φοράω (v) = to wear
Αχ βρε παιδιά, έχω ένα εκατομμύριο
και δεν τις φοράω κιόλας.
Oh, guys, I’ve got a million and don’t even wear them.
0:29:24.96
ανοίγω (v) = to open [aorist: άνοιξα]
Άνοιξε τη, να τη δεις.
Open it, take a look.
0:29:31.50
"No I won't be afraid"
[SINGING] No, I won't be afraid
0:29:35.02
"Oh I won't be afraid"
[SINGING] Oh, I won't be afraid
0:29:39.73
"Just as long as you stand,
stand by me"
[SINGING] Just as long as you stand, stand by me
0:29:46.27
σβήνω (v) = to erase [aorist: έσβησα]
Πρέπει να σβήσουμε
τα ίχνη σου.
We need to erase your tracks.
0:29:47.70
εξαφανίζομαι (v) = to disappear
Θα χρειαστεί να εξαφανιστείς
για ένα διάστημα.
You'll have to disappear for a while.
0:29:49.85
θυμάμαι (v) = to remember [dep.]
Και δες αν μπορέσεις
να θυμηθείς κάτι άλλο.
And see if you can remember anything else.
0:29:52.10
περιμένω (v) = to wait
Πήγαινε έξω και
περίμενε με.
Go outside and wait with me.
0:29:53.80
Μάλιστα.
Understood.
0:30:00.65
ανησυχώ (v) = to worry
Δεν νομίζω ότι πρέπει να
ανησυχούμε για τη γυναίκα του…
I don’t think we need to worry about his wife…
0:30:02.40
κρατάω (v) = to hold/keep [aorist: κράτησα]
…ακόμα και έτσι θα κρατήσει
το στόμα της κλειστό.
…even so, she’ll keep her mouth shut.
0:30:04.81
προκύπτω (v) = to arise [aorist: προέκυψα]
Ίσως να έχει προκύψει ένα άλλο
πρόβλημα, αλλά μην ανησυχείτε…
There might be another problem, but don’t worry…
0:30:07.60
αναλαμβάνω (v) = to undertake [aorist: ανέλαβα]
…θα το αναλάβω εγώ
ο ίδιος προσωπικά.
…I’ll handle it myself personally.
0:30:09.40
ξεμπερδεύω (v) = to resolve [aorist: ξεμπέρδεψα]
Από ώρα σε ώρα θα ξεμπερδέψουμε
μια για πάντα μ' αυτή την ιστορία.
Hour by hour, we’ll put an end to this once and for all.
0:30:14.13
επιλογή (n) = choice
ΝΤΑΛΙΑ: Δεν ήταν δική μου
επιλογή να είμαι τόσο μόνη.
DALIA: It wasn’t my choice to be so alone.
0:30:17.15
γεννιέμαι (v) = to be born [dep.]
ΝΤΑΛΙΑ:
Αλλά νομίζω έτσι γεννήθηκα.
DALIA: But I think that’s how I was born.
0:30:20.31
υπηρέτης (n) = servant
Μεγάλωσα με νταντάδες,
με υπηρέτες.
I grew up with nannies, with servants.
0:30:23.08
Χριστούγεννα (n) = Christmas [pl.]
Τους γονείς μου τους έβλεπα κάθε
Χριστούγεννα και Πάσχα.
I saw my parents every Christmas and Easter.
0:30:25.96
Σχολείο πήγα στην Ελβετία.
Στο Σαφχάουζεν.
I went to school in Switzerland. In Schaffhausen.
0:30:29.45
- Εσύ που πήγες;
- Στο 7ο Λύκειο Παγκρατίου.
- Where did you go?
- 7th High School of Pangrati.
0:30:32.90
Α, δεν το ξέρω.
Oh, I don’t know it.
0:30:34.49
πλούσιος (adj) = rich
Και ακόμα και εκεί που
όλα τα κορίτσια…
And even there, where all the girls…
0:30:36.00
ξεχωρίζω (v) = to stand out [aorist: ξεχώρισα]
…ήταν από πλούσιες
οικογένειες εγώ ξεχώριζα.
…were from rich families, I stood out.
0:30:38.40
εσωτερικός (adj) = boarding [school]
Καταρχήν με το που μ' έγραψαν οι
γονείς μου εσωτερική στο σχολείο…
First of all, as soon as my parents enrolled me as a boarder…
0:30:40.89
αγοράζω (v) = to buy [aorist: αγόρασα]
…το αγόρασαν κιόλας.
…they bought the school.
0:30:42.08
ξέρω (v) = to know [aorist: ξέγραψαν]
Μετά απ' αυτό,
με ξέγραψαν όλες.
After that, they all dropped me.
0:30:44.54
ανταγωνιστικός (adj) = competitive
Ήταν ανταγωνιστικές μεταξύ
τους, αλλά όχι μ' εμένα.
They were competitive with each other, but not with me.
0:30:47.26
ανταγωνίζομαι (v) = to compete
Εμένα δεν μπορούσαν
να με ανταγωνιστούν.
They couldn’t compete with me.
0:30:49.54
μισώ (v) = to hate
Έτσι, απλώς με μισούσαν.
So, they just hated me.
0:30:51.55
καταλαβαίνω (v) = to understand
Και 'γω που να το καταλάβαινα;
And how was I supposed to know?
0:30:54.63
κλείνω (v) = to turn [age]
Την ημέρα που έκλεισα τα 17,
βλέπω έξω από το σχολείο…
The day I turned 17, I see outside the school...
0:30:57.60
λιμουζίνα (n) = limousine
…μια λιμουζίνα,
από 'δω μέχρι απέναντι.
...a limousine, from here to the other side.
0:30:59.40
δώρο (n) = gift
Δώρο γενεθλίων.
A birthday gift.
0:31:02.02
φαντάζομαι (v) = to imagine
Δεν μπορείτε να φανταστείτε
τι έγινε στο σχολείο.
You can’t imagine what happened at school.
0:31:04.05
σοβαρός (adj) = serious
Ποιος σοβαρός άνθρωπος
παίρνει σε 17χρονο κορίτσι…
What serious person buys a 17-year-old girl...
0:31:06.45
…δώρο λιμουζίνα;
...a limousine as a gift?
0:31:08.20
γονιός (n) = parent
Εσένα τι δώρα σου παίρνουν
οι γονείς σου;
What gifts do your parents get you?
0:31:11.23
ζω (v) = to live
Δεν ζουν.
They don’t live.
0:31:13.13
παντόφλα (n) = slipper
Η γιαγιά μου συνήθως μου
παίρνει παντόφλες.
My grandma usually gets me slippers.
0:31:15.32
πρακτικός (adj) = practical
Ωραιότατο και πρακτικό.
Very nice and practical.
0:31:16.96
Όχι σε σχέση με τη
λιμουζίνα, όντως είναι.
Not compared to a limo, but yeah, it is.
0:31:19.79
Εμένα άμα ήταν να μου
πάρουν παντόφλες,
If they were gonna get me slippers,
0:31:21.40
εργοστάσιο (n) = factory
θα μου αγόραζαν όλο
το εργοστάσιο.
they’d buy me the whole factory.
0:31:23.65
αγαπώ (v) = to love
Όταν έχεις λεφτά
σε αγαπάνε όλοι.
When you have money, everyone loves you.
0:31:25.76
μισώ (v) = to hate
Όταν έχεις όμως τόσα λεφτά,
σε μισεί το σύμπαν…
But when you have *that* much money, the universe hates you...
0:31:27.80
στάδιο (n) = stage
…δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο.
...there’s no in-between.
0:31:29.79
χωνεύω (v) = to digest
Τη Γιάννα Αγγελοπούλου δεν
τη χωνεύει κανένας στην Ελλάδα,
No one in Greece can stand Gianna Angelopoulos,
0:31:31.63
μόνο εγώ.
except me.
0:31:32.78
Καταλαβαίνεται
τι θέλω να πω.
You get what I’m saying.
0:31:35.31
Πάνω κάτω.
More or less.
0:31:36.65
αισθάνομαι (v) = to feel [aorist: αισθάνθηκα]
Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα μέλος
μιας ομάδας, μιας παρέας.
I never felt like part of a group, a team.
0:31:40.46
Μόνο τώρα μ' εσάς.
Only now, with you.
0:31:43.60
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
Μου φέρατε και μπλούζα.
You even brought me a shirt.
0:31:47.70
λέρωσα (v) = to dirty [aorist of λερώνω]
Τι λέρωσα κιόλας.
What a mess I made.
0:31:49.58
πιστεύω (v) = to believe
Γι’ αυτό ήρθαμε και 'μεις εδώ,
γιατί πιστεύουμε ότι δεν πρέπει…
That’s why we came here too—because we believe we shouldn’t…
0:31:52.47
διαλύομαι (v) = to break apart [aorist: διαλύθηκα]
…να διαλυθούμε.
…fall apart.
0:31:53.15
κυνηγάω (v) = to hunt/chase [here: κυνηγάμε]
Και μάλιστα τώρα που έχουμε
στοιχεία, ξέρουμε ποιους κυνηγάμε.
Especially now that we have leads, we know who we’re after.
0:31:56.04
Ποιους κυνηγάμε;
Who are we after?
0:31:57.23
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
- Η Αγγέλα που είναι;
- Πήγε να βρει την Έλενα.
- Where’s Angela?
- She went to find Elena.
0:31:59.33
ενωμένος (adj) = united
Γι' αυτό πρέπει να μείνουμε
ενωμένοι όλοι μαζί.
That’s why we must all stay united.
0:32:01.94
υπόσχομαι (v) = to promise [aorist: υποσχέθηκα]
Εγώ είμαι μέσα και δεν θα
ξανά κάνω πίσω, το υπόσχομαι.
I’m in, and I won’t back down again, I promise.
0:32:05.10
πείθω (v) = to persuade [aorist: έπεισα]
Άρα αυτό που μένει είναι
να πείσουμε τη Ζουμπουλία.
So all that’s left is to convince Zoumpoulia.
0:32:08.28
μιλάω (v) = to speak [here: μιλήσω]
Πάρ' την στο τηλέφωνο,
θα της μιλήσω εγώ.
Call her—I’ll talk to her.
0:32:15.12
ταΐζω (v) = to feed [aorist: τάισα]
Τον τάισα τον μπέμπη!
I fed the baby!
0:32:17.47
προσέχω (v) = to be careful
Μωρό θα τον λες και
πρόσεχε το κάλυμμα.
Call him *baby*, and watch the cover.
0:32:20.29
[ΧΤΥΠΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ]
[PHONE RINGING]
0:32:24.17
Παρακαλώ.
Hello?
0:32:26.50
Η Βαγγελλιώ;
Vaggelio?
0:32:27.65
χωριό (n) = village
Ούι, η Βαγγελιώ είναι,
από το χωριό!
Oh, it’s Vaggelio, from the village!
0:32:29.61
μιλάω (v) = to speak [here: μιλήσει]
Ακούστε Βαγγελιώ, η Λία
δεν μπορεί να σας μιλήσει…
Listen, Vaggelio, Lia can’t talk to you right now…
0:32:32.58
στιγμή (n) = moment
…αυτή τη στιγμή.
Και να ξέρετε ότι τηλεφωνήματα…
…at the moment. And just so you know, calls…
0:32:35.15
δέχομαι (v) = to accept [here: δέχεται]
…σ' αυτό το σπίτι δέχεται από
τις 4 μέχρι τις 6 το απόγευμα.
…to this house are accepted from 4 to 6 PM.
0:32:38.46
δοκιμάζω (v) = to try [here: δοκιμάστε]
Η ώρα τώρα είναι 18:45,
άρα δοκιμάστε εκ νέου αύριο,
It’s 6:45 now, so try again tomorrow.
0:32:42.75
αντίο σας.
Goodbye.
0:32:44.65
κάνω (v) = to do
Τι έκανες εκεί, μαρή;
What were you doing there, Mary?
0:32:46.29
παίρνω (v) = to take/get [aorist: πήρα]
Να πάρεις κινητό Λία,
δεν είναι δυνατόν να χτυπά…
Get a mobile, Lia. It's impossible to keep ringing…
0:32:48.94
χωριό (n) = village
…κάθε τρεις και λίγο το τηλέφωνο
και να είναι και από το χωριό!
…every few minutes, and from the village too!
0:32:51.50
συγκεκριμένος (adj) = specific
Ή κινητό ή θα μάθουν να σε
παίρνουν συγκεκριμένες ώρες.
Either a mobile, or they’ll learn to call at set times.
0:32:54.55
τρώγομαι (v) = to be eaten [passive]
Δεν τρώγεσαι,
Δεν τρώγεσαι!
Stop fussing! Stop fussing!
0:32:56.44
περίπτερο (n) = kiosk
Πάω να ετοιμαστώ και να πάρω
τηλέφωνο από το περίπτερο.
I’ll get ready and call from the kiosk.
0:32:59.10
Ακόμα καλύτερα!
Even better!
0:33:02.27
[ΧΤΥΠΟΣ ΤΗΛΕΦΩΝΟΥ]
[PHONE RINGS]
0:33:05.24
Παρακαλώ.
Hello?
0:33:06.47
θέλω (v) = to want
Ναι γεια σας, παρακαλώ
τη Ζουμπουλία θα ήθελα.
Hello, may I speak to Zoumpoulia, please?
0:33:09.74
δέχομαι (v) = to accept [mid./pass.]
Ατυχήσατε νεαρέ μου, η Λία δέχεται
τηλεφωνήματα από τις 4 μέχρι τις 6.
Bad luck, young man. Lia only takes calls from 4 to 6.
0:33:14.97
δοκιμάζω (v) = to try
Δοκιμάστε εκ νέου αύριο.
Αντίο σας και χαιρετίσματα…
Try again tomorrow. Goodbye, and greetings…
0:33:18.05
συγχωριανός (n) = fellow villager
στους συγχωριανούς σας.
to your fellow villagers.
0:33:21.06
κλείνω (v) = to close/hang up [aorist: έκλεισα]
Μου το 'κλεισε!
She hung up on me!
0:33:22.22
συμπέθερα (n) = co-mother-in-law
- Η Ζουμπουλία;
- Μάλλον η συμπεθέρα της.
- Zoumpoulia?
- Probably her mother-in-law.
0:33:24.45
δίνω (v) = to give [aorist: έδωσα]
Τη Ζουμπουλία δεν
μου την έδωσε καν.
She didn’t even put Zoumpoulia on.
0:33:26.05
Και μου είπε να δώσω χαιρετίσματα
στους συγχωριανούς μου!
And she told me to say hi to my fellow villagers!
0:33:28.67
τρελός (adj) = crazy
Τι είναι αυτή, τρελή;
What’s her problem, is she crazy?
0:33:29.85
κοινωνία (n) = society
Όχι είναι μία της καλής κοινωνίας
που την έχει την Ζουμπουλία,
No, she’s one of those high-society types who’s got Lia—
0:33:32.94
παπούτσι (n) = shoe
θέλει να της βάλει τα δυο πόδια
σ' ένα παπούτσι,
wants to keep her on a tight leash,
0:33:34.87
μας τα 'λεγε τις προάλλες.
she was telling us the other day.
0:33:36.05
καραντίνα (n) = quarantine
Μπα; Και τι δηλαδή,
την έχει σε καραντίνα;
What? So she’s got her in quarantine?
0:33:38.44
παίρνω (v) = to take/get [subj. να πάρουμε]
Δεν ξέρω είπε να πάρουμε αύριο.
I don’t know, she said we’ll call tomorrow.
0:33:40.05
διεύθυνση (n) = address
Ναι, ε;
Διεύθυνση έχουμε;
Yeah? Do we have an address?
0:33:42.27
Την έχω εγώ.
I’ve got it.
0:33:43.46
πλούσιος (adj) = rich
Τώρα θα δείτε, τις ξέρω καλά εγώ
αυτές, τις σχεδόν πλούσιες…
You’ll see, I know these types—almost rich…
0:33:47.10
η συμμαθήτρια (n) = classmate [pl. οι συμμαθήτριες]
…της αριστοκρατίας, τις είχα
συμμαθήτριες. Δεν τις έβαλα…
They were aristocrats, my old schoolmates. I never put them...
0:33:50.05
βάζω (v) = to put [aorist: έβαλα]
…στη θέση τους όταν έπρεπε,
θα το κάνω τώρα.
...in their place when I should have. I’ll do it now.
0:34:06.31
καλώς (adv) = welcome
Βρε καλώς την!
Well, welcome!
0:34:08.59
αξίζω (v) = to be worth [aorist: άξιζε]
Άξιζε η αναμονή!
The wait was worth it!
0:34:17.34
σοβαρός (adj) = serious [superl. σοβαρότατος]
- Μιλάς σοβαρά;
- Σοβαρότατα.
- Are you serious?
- Dead serious.
0:34:19.59
το κόλπο (n) = trick
Η γυναίκα του ήταν
στο κόλπο!
His wife was in on it!
0:34:21.28
Το ακούσαμε με τα αυτιά μας.
We heard it with our own ears.
0:34:22.55
απίστευτος (adj) = unbelievable
Απίστευτο!
[INCREDULOUS]
0:34:23.59
περιμένω (v) = to expect [aorist: περίμενα]
Το ήξερα ότι ήταν κακός άνθρωπος
αλλά δεν περίμενα…
I knew he was a bad man, but I never expected...
0:34:25.54
φτάνω (v) = to reach [aorist: έφτασε]
…ότι θα 'φτανε μέχρι εκεί.
...he’d go that far.
0:34:26.70
ωφελώ (v) = to benefit [neg. δεν ωφελεί]
- Να πάμε στην αστυνομία.
- Δεν ωφελεί.
- We should go to the police.
- It won’t help.
0:34:28.95
εμφανίζομαι (v) = to appear [fut. θα εμφανιστούμε]
Κατά 'ρχην πως θα
εμφανιστούμε σαν μάρτυρες,
First off, how do we show up as witnesses—
0:34:30.50
καθαρίζω (v) = to eliminate [fut. θα καθαρίσουν]
θα μας καθαρίσουν με τη μία.
they’ll silence us right away.
0:34:32.50
μπλέκω (v) = to get involved [aorist: μπλέξουμε]
Άσε που ο μακαρίτης το 'χε πει,
όχι αστυνομία,
Plus, the deceased said it himself—no police,
0:34:34.30
θα μπλέξουμε χειρότερα.
or we’ll get into even bigger trouble.
0:34:35.70
συνεχίζω (v) = to continue [fut. θα συνεχίσουμε]
- Και τι θα κάνετε;
- Θα συνεχίσουμε μόνοι μας!
- So what will you do?
- We’ll keep going on our own!
0:34:38.13
Όπως ξεκινήσαμε.
Just like we started.
0:34:39.36
ξέρω (v) = to know [subj. να ξέρεις]
Και καλύτερα και για 'σένα
να μην ξέρεις και πολλά πράγματα.
And it’s better for you too if you don’t know too much.
0:34:42.25
ενοχλώ (v) = to bother [perf. σε έχει ενοχλήσει]
Σ' έχει ενοχλήσει κανείς μετά
το θάνατο του Υπουργού;
Has anyone bothered you since the Minister’s death?
0:34:44.31
παρακολουθώ (v) = to monitor [pres. σε παρακολουθούν]
Μήπως αισθάνεσαι πως
σε παρακολουθούν;
Do you feel like you’re being watched?
0:34:46.12
Δεν ξέρω, γιατί;
I don’t know. Why?
0:34:47.91
σκεφτώ (v) = to consider [aorist: σκεφτείς]
Ίσως θα πρέπει να σκεφτείς
το ενδεχόμενο να φύγεις.
Maybe you should consider leaving.
0:34:50.72
Απ' το σπίτι μου;
From my house?
0:34:51.64
φεύγω (v) = to leave [subj. να φύγεις]
Απ' το σπίτι σου, απ' την Αθήνα
απ' την Ελλάδα.
From your house, from Athens—from Greece.
0:34:55.77
έχω δίκιο (expr) = to be right
Μπορεί και να έχεις δίκιο.
You might be right.
0:34:57.53
συνεχίζω (v) = to continue
Εμείς πάντως θα συνεχίσουμε.
We'll keep going, though.
0:34:59.47
ξέρω (v) = to know [aorist: ήξερα]
Έτσι κι αλλιώς,
δεν μας ξέρει κανείς.
Either way, no one knows us.
0:35:01.47
στοιχείο (n) = clue/data
Αυτό που θέλουμε από
εσένα είναι στοιχεία.
What we want from you is information.
0:35:03.50
λέω (v) = to say [aorist: είπα]
Τι είναι αυτό που μπορεί να μας
πεις ή να μας δώσεις…
What can you tell us or give us…
0:35:05.00
χρήσιμος (adj) = useful
…που να μας φανεί χρήσιμο.
[that] might be useful to us.
0:35:06.50
περιμένω (v) = to wait
Περίμενε.
Wait.
0:35:17.09
σώζω (v) = to save [aorist: έσωσα]
Ότι μπόρεσα να σώσω
από το γραφείο του.
What I managed to save from his office.
0:35:19.34
μαζεύω (v) = to gather [aorist: μάζεψα]
Όταν είδα ότι είχανε μπει μέσα
μετά το θάνατο του τα μάζεψα όλα…
When I saw they'd broken in after his death, I gathered everything…
0:35:21.96
φέρνω (v) = to bring [aorist: έφερα]
…και τα 'φερα εδώ.
[and] brought it here.
0:35:23.00
έγγραφο (n) = document
- Τι είναι;
- Άρθρα από εφημερίδες, έγγραφα.
- What is this?
- Newspaper articles, documents.
0:35:26.89
ζαλισμένος (adj) = dizzy
Ήμουν τόσο ζαλισμένη αυτές τις
ημέρες που τα κοίταξα…
I was so dazed these past few days, I looked at them…
0:35:28.85
καταλαβαίνω (v) = to understand
…αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα.
Κρατούσε αρχείο πάντως.
[but] I didn’t understand a thing. But he kept records.
0:35:31.56
αναλαμβάνω (v) = to undertake [aorist: ανέλαβα]
Και ενώ του είχα πει πολλές φορές,
να το αναλάβω εγώ, δεν ήθελε.
Even though I told him many times to let me handle it, he wouldn’t.
0:35:34.99
μαζεύω (v) = to collect
Μάζευε αυτά που ήθελε μόνος του.
He collected what he wanted on his own.
0:35:36.81
βγάζω (v) = to extract [aorist: έβγαλα]
Πάρ' τα, ίσως εσείς με καθαρό
μυαλό να βγάλετε άκρη.
Take them. Maybe you, with a clear mind, can make sense of it.
0:35:42.05
ευχαριστώ (v) = to thank
Σ' ευχαριστώ.
Thank you.
0:35:43.65
προσέχω (v) = to be careful
Να προσέχετε.
Be careful.
0:35:44.72
κινδυνεύω (v) = to be in danger
Και 'συ. Και σκέψου καλά αυτό που
σου είπα πριν, ίσως να κινδυνεύεις.
You too. And think carefully about what I told you earlier—you might be in danger.
0:35:50.01
φεύγω (v) = to leave [aorist: έφυγα]
- Καλύτερα να φύγεις.
- Θα το σκεφτώ.
- You should leave.
- I’ll think about it.
0:35:53.78
Γεια.
Bye.
0:36:22.28
ξεκινάω (v) = to start
Ξεκίνα.
Start.
0:36:37.89
εξοργιστικός (adj) = infuriating
Αυτή η γυναίκα είναι εξοργιστική.
Ευτυχώς που είμαι Βουδίστρια.
This woman is infuriating. Good thing I’m a Buddhist.
0:36:43.16
παραθέτω (v) = to host [aorist: παρέθεσα]
Και παραθέτει και πάλι δεξίωση, χα.
Κάποιος πρέπει να τις πει ότι…
And she’s hosting another reception, ha. Someone should tell her…
0:36:46.80
βαρετός (adj) = boring
…οι δεξιώσεις της είναι πιο βαρετές
και από την ίδια.
[that] her receptions are even more boring than she is.
0:36:49.41
Μισό λεπτό Γκέλυ μου.
Που πας;
Hold on, Gely dear. Where are you going?
0:36:51.99
Πάω να πάρω τηλέφωνο.
I'm going to make a call.
0:36:53.96
Μην αργήσεις, μπορεί
να ξυπνήσει το μωρό.
Don't be long, the baby might wake up.
0:36:56.15
τρομάζω (v) = to scare [aorist: τρόμαξα]
Και να δει τα μούτρα σου
και να τρομάξει.
And see your face and get scared.
0:36:57.80
Δεν απαντώ.
No answer.
0:36:58.70
[ΧΤΥΠΟΣ ΚΟΥΔΟΥΝΙΟΥ]
[DOORBELL RINGS]
0:36:59.64
- Περιμένεις κανέναν;
- Όχι.
- Expecting someone?
- No.
0:37:01.46
Αυτό έλειπε--
Ρώτα πριν ανοίξεις!
That's all we needed—ask before you open!
0:37:04.31
Ποιός είναι;
Who is it?
0:37:06.01
Ζουμπουλία αγάπη μου,
η Ντάλια είμαι.
Zoumboulia, my love, it's Dalia.
0:37:08.62
Ποιά;
Who?
0:37:11.20
Χαθήκαμε και δεν έπρεπε.
We shouldn't have lost touch.
0:37:14.22
[ΜΟΥΤΣ-ΜΟΥΤΣ]
[KISSES]
0:37:16.21
βολεύω (v) = to suit/accommodate
Ααα, ώστε εδώ εγκαταστάθηκες!
Μικρό, αλλά αφού σε βολεύει.
Ah, so this is where you've settled! Small, but if it works for you.
0:37:22.65
Σου 'φερα και κάτι για το σπίτι.
Ένας Βαν Κόνγκ είναι.
I brought you something for the house. A Van Kong.
0:37:25.95
Τον είχα στο προθάλαμο τον είχα,
δεν τον έβλεπε κανείς και λέω…
I had it in the foyer, no one ever saw it, so I thought...
0:37:28.35
…γιατί να μην τον πάω
δώρο στη φίλη μου.
...why not give it to my friend as a gift.
0:37:30.19
επειγόντως (adv) = urgently
Απ' ότι βλέπω ο χώρος τον χρειάζεται
επειγόντως ααα--
From what I see, the place desperately needs it—
0:37:33.59
Η κυρία;
Υπηρεσία σου;
Ma'am? Can I help you?
0:37:35.24
Ποιά είστε κυρία μου;
Γκέλυ σε κλείνω.
Who are you, ma'am? Gely, I'm hanging up.
0:37:37.85
Η συμπεθέρα.
The in-law.
0:37:39.09
- Ααα, ναι η Μαρι--
- νέλλα.
- Ah, yes, Mari—
- nella.
0:37:41.98
Α, να 'γεια σου.
Ντάλια Χατζηαλεξάνδρου.
Oh, hello. Dalia Hadjialexandrou.
0:37:45.46
Χατζή--
Hadji—
0:37:46.20
Αλεξάνδρου.
Είστε δυσλεκτική;
Alexandrou. Are you dyslexic?
0:37:48.05
προσόν (n) = asset/quality
Μεγάλο προσόν αυτό για μια
γυναίκα. Δεν το λέω εγώ,
That's a great quality for a woman. Not that I'm saying it.
0:37:50.64
ανόητος (adj) = foolish
ανόητο φαλλοκρατικό
αστείο του μπαμπά.
My dad's stupid sexist joke.
0:37:53.43
- Του μπαμπά;
- Του Βελισσάριου Χατζηαλεξάνδρου.
- Your dad?
- Velissarios Chatzialexandrou.
0:37:56.65
κόρη (n) = daughter [gen. κόρης]
Είστε κόρη του
Βελισάριου Χατζηαλεξάνδρου;
Are you Velissarios Chatzialexandrou’s daughter?
0:38:00.64
Μα ναι. Εσείς τίνος κόρη είστε;
Του Χάρου; Χαχαχα!
Of course. Whose daughter are you? Death’s? Hahaha!
0:38:06.26
δικός (adj) = own [neut. δικό]
Αστείο. Όχι του μπαμπά,
δικό μου.
Funny. Not my dad’s—mine.
0:38:08.60
κάθομαι (v) = to sit [imper. καθίστε]
Καθίστε.
Sit down.
0:38:19.45
πάω (v) = to go [=πηγαίνω]
Που πάει τώρα;
Where’s she off to now?
0:39:41.93
υποψιάζομαι (v) = to suspect
Ζουμπουλία αυτό που
υποψιαζόμασταν τις προάλλες…
That thing we suspected the other day, Zoumboulia...
0:39:44.05
φοβάμαι (v) = to fear [dep.]
…φοβάμαι είναι αλήθεια, ξέρεις!
...I’m afraid it’s true, you know!
0:39:46.51
Ο Τεντ Τέρνερ, παιδί μου, δεν
έχει ξεπεράσει ακόμα την Τζέιν.
Ted Turner, my dear, still hasn’t gotten over Jane.
0:39:49.84
ξεκάθαρα (adv) = clearly [from ξεκάθαρος]
Μιλούσαμε στο τηλέφωνο προχθές
και σχεδόν μου το 'πε ξεκάθαρα.
We were on the phone the day before yesterday, and he almost said it outright.
0:39:52.85
χωρίζω (v) = to separate/divorce
Και έχουν χωρίσει τόσα χρόνια.
And they’ve been divorced for so many years.
0:39:55.39
νοικιάζω (v) = to rent
Το σπίτι δικό σας είναι
ή το νοικιάζεται;
Is this house yours or is it rented?
0:39:57.50
πατρικός (adj) = paternal
Νοίκ-- Δικό μου φυσικά!
Το πατρικό μου.
Rent—? Of course it’s mine! It’s my family home.
0:40:00.57
ζωή (n) = life [acc. ζωή]
Εδώ πέρασε τα τελευταία χρόνια
της ζωής του ο προ-πάππους μου.
My great-grandfather spent his last years here.
0:40:03.81
παλιός (adj) = old [comp. παλαιότερος]
- Ο Ιάσωνας Ροκοφύκης.
- Ααα, φαίνεται ότι είναι παλιό!
- Iasonas Rokofykis.
- Oh, it looks really old!
0:40:07.89
σεισμός (n) = earthquake
Αυτό ένα σεισμό να κάνει,
πουφ, πάρ' το κάτω.
If there’s an earthquake, boom—down it goes.
0:40:11.55
μένω (v) = to stay/live
Ζουμπουλία ίσως θα 'πρεπε
να 'ρθεις να μείνεις μαζί μου.
Zoumboulia, maybe you should come stay with me.
0:40:14.05
βλέπω (v) = to see [fut. θα δούμε]
Καλά θα το δούμε αυτό.
Άλλο σε ήθελα.
We’ll see about that. I wanted the other one.
0:40:17.18
γιορτάζω (v) = to celebrate
Τον άλλο μήνα στην Ολλανδία
γιορτάζεται η επέτειος,
Next month in Holland, they’re celebrating the anniversary—
0:40:20.60
ακριβώς (adv) = exactly
εμ, δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, της
Βασιλευομένης Δημοκρατίας στη χώρα.
um, I don’t remember exactly which—of the Kingdom’s democracy.
0:40:24.10
σχέση (n) = relationship [pl. σχέσεις]
Και με κάλεσε η Βεατρίκη, ξέρεις
πόσο καλές σχέσεις είχε ο μπαμπάς,
Beatrice invited me. You know how close Dad was
0:40:27.80
με την εκεί βασιλική οικογένεια.
with the royal family there.
0:40:31.35
Ξέρω!
I know!
0:40:32.31
λέω (v) = to say [aor. είπα]
Α, να 'γεια σου!
Με κάλεσε λοιπόν και λέω…
Oh, hello! She invited me, so I thought...
0:40:34.90
πρόκειται (v) = to be about to [+να +subj.]
…μόνη μου δεν πρόκειται να πάω.
Της έχω πει τόσα πολλά για σένα…
...I'm not going alone. I've told her so much about you...
0:40:37.96
συναντιέμαι (v) = to meet [dep.]
…και είναι ευκαιρία να
συναντηθείτε, θα χαρεί τόσο πολύ.
...and this is a chance for you to meet. She'll be so happy.
0:40:42.65
καλώ (v) = to invite
Ε, αφού μας κάλεσε το κορίτσι.
Well, since the girl invited us.
0:40:45.38
ταλαιπωρούμαι (v) = to suffer [dep.]
Τέλεια, με το Λίαρ Τζετ θα πάμε,
δεν θα ταλαιπωρηθούμε καθόλου.
Perfect, we'll go by Learjet. No hassle at all.
0:40:48.84
ευτυχώς (adv) = fortunately
- Α, ευτυχώς, γιατί με το ΚΤΕΛ!
- Αχαχαχα!
- Oh, thank goodness, not by the bus!
- [LAUGHTER]
0:40:58.10
αιώνιος (adj) = eternal
Η αιώνια Ζουμπουλία!
Αχαχαχα!
Zoumboulia forever! [LAUGHTER]
0:41:04.14
νοτιοανατολικός (adj) = southeast
Για όνομα του Θεού,
νοτιο-ανατολικό είναι το παράθυρο,
For God's sake, the window's southeast—
0:41:07.50
σκέφτομαι (v) = to think [dep.]
βάλτε ένα φυτό εκεί.
Το Feng Shui δεν το σκέφτεστε;
put a plant there. Don't you think about Feng Shui?
0:41:12.49
πάγος (n) = the ice
Άλλη μια βότκα θα την έπινα.
Με περισσότερο πάγο αυτή τη φορά.
I could go for another vodka. More ice this time.
0:41:35.78
κάνω (v) = to do
Τι κάνεις εδώ;
What are you doing here?
0:41:36.91
γκρεμίζω (v) = to demolish
Γκρεμίζω το Σαφχάουζεν και
χορεύω πάνω στα ερείπια!
I'm tearing down the Safhaus and dancing on the ruins!
0:41:39.41
μαύρος (adj) = black
Αυτή είναι που σου κάνει
τη ζωή μαύρη;
Is this the one making your life miserable?
0:41:40.95
Αυτή.
That's her.
0:41:41.77
ξέρω (v) = to know [perf. ήξερα]
Τις ξέρω εγώ αυτές,
απ' έξω και ανακατωτά!
I know her type—inside and out!
0:41:44.28
βοηθώ (v) = to help
Πάντως σε βοήθησα αρκετά,
δεν μπορείς να πεις.
Still, I've helped you plenty. You can't deny it.
0:41:46.67
βοηθώ (v) = to help
Τι λες, εσύ θα μας βοηθήσεις;
What do you say, will you help us?
0:41:49.53
- Ποιούς να βοηθήσω;
- Εμάς Ζουμπουλία, την ομάδα μας.
- Help who?
- Us, Zoumboulia—our team.
0:41:53.40
περιμένω (v) = to wait
Τα παιδιά είναι έξω
και περιμένουν.
The guys are outside waiting.
0:41:56.42
συντροφιά (n) = the company
Τι προτιμάς να περνάς την ημέρα σου
συντροφιά μαζί της, ή μαζί μας;
Do you prefer spending your day with her or with us?
0:42:04.64
πρέπει (v) = must [impers.]
Καλά, έπρεπε να με δείτε!
Man, you should've seen me!
0:42:07.24
πιστεύω (v) = to believe
Δεν θα το πιστεύατε.
Να καεί το Σαφχάουζεν!
You wouldn't believe it. Burn the Safhaus!
0:42:10.15
Ζουμπουλία ήρθες;
Zoumboulia, you came?
0:42:11.49
έρχομαι (v) = to come [aor. ήρθα]
Ήρθα, ήρθα.
Τι κάνουμε τώρα; Που πάμε;
I'm here, I'm here. What now? Where are we going?
0:42:13.81
συναντάω (v) = to meet
ΣΠΥΡΟΣ:
Πάμε να συναντήσουμε την Αγγέλα,
SPYROS: Let's go meet Angela.
0:42:15.22
υπόλοιπος (adj) = remaining
έχει νέα λέει. Τα υπόλοιπα
θα στα πούμε στο δρόμο.
She says she has news. We'll fill you in on the way.
0:42:29.53
βρίσκω (v) = to find [aorist: βρήκα]
Και 'μεις πως θα βρούμε
αυτόν που είδες στην κασέτα;
How are we gonna find the guy you saw on the tape?
0:42:31.49
σχέδιο (n) = plan
Έχουμε σχέδιο. Μπορεί όμως
να χρειαστούμε…
We have a plan. But we might need...
0:42:33.80
βοήθεια (n) = help
…τη βοήθεια της συμπεθέρας σου.
...your mother-in-law’s help.
0:42:35.06
αναλαμβάνω (v) = to take on [aorist: ανέλαβα]
Αυτή την αναλαμβάνω εγώ,
ευχαριστώ.
I’ll handle her, thanks.
0:42:37.81
Η Αγγέλα!
Angela!
0:42:40.39
κουβαλάω (v) = to carry
Τι κουβαλάει;
What’s she carrying?
0:42:42.06
περίεργος (adj) = strange
Περίεργη μου φαίνεται!
[SUSPICIOUS] She seems off!
0:42:48.28
γίνομαι (v) = to happen [aorist: έγινε]
Τι έγινε;
What happened?
0:42:49.93
ανακαλύπτω (v) = to discover [aorist: ανακάλυψα]
Μας ανακάλυψαν.
We’ve been made.
0:42:51.06
ΤΙ;;;
[SHOCKED] What?!
0:42:51.90
Απομαγνητοφώνηση/Συγχρονισμός
StoParaPenteHITeam [clovis]
[AUDIO TRANSCRIPTION/SYNC]
0:42:52.55
Αποκλειστική Διανομή Υποτίτλων
wWw.GreekTVsubS.gR
[EXCLUSIVE SUBTITLE DISTRIBUTION]

← Back to job · Download